Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (641-683)


ΓΥΝΗ
τίς ἡ βοή ποτ᾽ ἐστίν; ἆρ᾽ ἀγγέλλεται
χρηστόν τι; τοῦτο γὰρ ποθοῦσ᾽ ἐγὼ πάλαι
ἔνδον κάθημαι περιμένουσα τουτονί.
ΚΑ. ταχέως, ταχέως φέρ᾽ οἶνον, ὦ δέσποιν᾽, ἵνα
645καὐτὴ πίῃς, —φιλεῖς δὲ δρῶσ᾽ αὐτὸ σφόδρα—,
ὡς ἀγαθὰ συλλήβδην ἅπαντά σοι φέρω.
ΓΥ. καὶ ποῦ ᾽στιν; ΚΑ. ἐν τοῖς λεγομένοις· εἴσει τάχα.
ΓΥ. πέραινε τοίνυν ὅ τι λέγεις ἁνύσας ποτέ.
ΚΑ. ἄκουε τοίνυν, ὡς ἐγὼ τὰ πράγματα
650ἐκ τῶν ποδῶν εἰς τὴν κεφαλήν σοι πάντ᾽ ἐρῶ.
ΓΥ. μὴ δῆτ᾽ ἔμοιγ᾽ εἰς τὴν κεφαλήν. ΚΑ. μὴ τἀγαθὰ
ἃ νῦν γεγένηται; ΓΥ. μὴ μὲν οὖν τὰ πράγματα.
ΚΑ. ὡς γὰρ τάχιστ᾽ ἀφικόμεθα πρὸς τὸν θεὸν
ἄγοντες ἄνδρα τότε μὲν ἀθλιώτατον,
655νῦν δ᾽ εἴ τιν᾽ ἄλλον μακάριον κεὐδαίμονα,
πρῶτον μὲν αὐτὸν ἐπὶ θάλατταν ἤγομεν,
ἔπειτ᾽ ἐλοῦμεν. ΓΥ. νὴ Δί᾽ εὐδαίμων ἄρ᾽ ἦν
ἀνὴρ γέρων ψυχρᾷ θαλάττῃ λούμενος.
ΚΑ. ἔπειτα πρὸς τὸ τέμενος ᾗμεν τοῦ θεοῦ.
660ἐπεὶ δὲ βωμῷ πόπανα καὶ προθύματα
καθωσιώθη, πελανὸς Ἡφαίστου φλογί,
κατεκλίναμεν τὸν Πλοῦτον, ὥσπερ εἰκὸς ἦν·
ἡμῶν δ᾽ ἕκαστος στιβάδα παρεκαττύετο.
ΓΥ. ἦσαν δέ τινες κἄλλοι δεόμενοι τοῦ θεοῦ;
665ΚΑ. εἷς μέν γε Νεοκλείδης, ὅς ἐστι μὲν τυφλός,
κλέπτων δὲ τοὺς βλέποντας ὑπερηκόντικεν·
ἕτεροί τε πολλοὶ παντοδαπὰ νοσήματα
ἔχοντες. ὡς δὲ τοὺς λύχνους ἀποσβέσας
ἡμῖν παρήγγειλεν καθεύδειν τοῦ θεοῦ
670ὁ πρόπολος. εἰπών, ἤν τις αἴσθηται ψόφου,
σιγᾶν, ἅπαντες κοσμίως κατεκείμεθα.
κἀγὼ καθεύδειν οὐκ ἐδυνάμην, ἀλλά με
ἀθάρης χύτρα τις ἐξέπληττε κειμένη
ὀλίγον ἄπωθεν τῆς κεφαλῆς του γρᾳδίου,
675ἐφ᾽ ἣν ἐπεθύμουν δαιμονίως ἐφερπύσαι.
ἔπειτ᾽ ἀναβλέψας ὁρῶ τὸν ἱερέα
τοὺς φθοῖς ἀφαρπάζοντα καὶ τὰς ἰσχάδας
ἀπὸ τῆς τραπέζης τῆς ἱερᾶς. μετὰ τοῦτο δὲ
περιῆλθε τοὺς βωμοὺς ἅπαντας ἐν κύκλῳ,
680εἴ που πόπανον εἴη τι καταλελειμμένον·
ἔπειτα ταῦθ᾽ ἥγιζεν εἰς σάκταν τινά.
κἀγὼ νομίσας πολλὴν ὁσίαν τοῦ πράγματος
ἐπὶ τὴν χύτραν τὴν τῆς ἀθάρης ἀνίσταμαι.


ΓΥΝΑΙΚΑ
(Βγαίνει η γυναίκα του Χρεμύλου)
Τί ᾽ναι οι φωνές που ακούω; Μήπως μας φέρανε
κάποιο καλό μαντάτο; Ώρες πολλές
κάθομαι μέσα και τον περιμένω.
ΚΑΡ. Τρέχα να φέρεις την κρασοκανάτα,
να πιεις και συ (σε ξέρω!) όλα του κόσμου
τ᾽ αγαθά μαζεμένα σου τα φέρνω.
ΓΥΝ. Πού ᾽ναι τα; ΚΑΡ. Θα σου πω και θα τα μάθεις.
ΓΥΝ. Τελείωνε πια και μ᾽ έχεις σκάσει. Λέγε!
ΚΑΡ. Άκου λοιπόν, κι εγώ θα σου ιστορήσω
τη φασαρία απ᾽ την κορφή ως τα νύχια.650
ΓΥΝ. Μακριά από τη δικιά μου την κορφή!
ΚΑΡ. Και τα καλά που ᾽χουνε γίνει τώρα;
ΓΥΝ. Όχι! Τη φασαρία δε θέλω! ΚΑΡ. Μόλις
στο ναό με βιασύνη είχαμε φτάσει,
οδηγώντας τον Πλούτο, (άθλιον ως τότε),
όμως τώρα τον πλέον ευτυχισμένον),
πρώτα πρώτα τον πήγαμε στη θάλασσα
κι ύστερα τονε λούσαμε. ΓΥΝ. Πολύ
φχαριστημένος, μά τον Δία, ο γέρος
που λούζεται στη θάλασσα την κρύα!
ΚΑΡ. Για το ναό τραβήξαμε κατόπι
και στο βωμό θυμιάματα και πίτες660
του μαύρου Ηφαίστου αγιάσαμε τη φλόγα
και βάλαμε τον Πλούτο να πλαγιάσει
κι εμείς γιατάκι στρώσαμε από φύλλα.
ΓΥΝ. Ήτανε κι άλλοι που γιατρειά ζητούσαν;
ΚΑΡ. Κάποιος Νεοκλείδης, που τυφλός κι αν είναι,
ξεπερνάει στην κλεψιά όσους τα ᾽χουν τέσσερα,
κι άλλοι πολλοί λογής λογής αρρώστοι.
Κι όταν παράγγειλέ μας ο εκκλησάρης
τα λυχνάρια να σβήσουμε κι αμέσως
να κοιμηθούμε —και μας είπε ακόμα,
που θόρυβον ακούσει τσιμουδιά670
να μη βγάλει— πλαγιάσαμε με τάξη.
Μα εγώ να κλείσω μάτι δεν μπορούσα,
μ᾽ ερέθιζε μια χύτρα με κουρκούτη
παρέκει απ᾽ το κεφάλι μιας γριάς
και κρυφά να συρθώ κοντά ποθούσα.
Τότε, τα μάτια ως σήκωσα, κοιτάζω
τον παπά να βουτάει τις τηγανίτες
και τα σύκα κρυφά απ᾽ την άγια τράπεζα
και κατόπι να φέρνει βόλτα γύρω
τους βωμούς, μήπως είχεν απομείνει
μελόπιτα καμιά, και τ᾽ άγιαζε όλα680
χώνοντάς τα βαθιά σ᾽ ένα σακούλι.
Κι εγώ θωρώντας άγια αυτήν την πράξη
σηκώθηκα να φάγω την κουρκούτη.