Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (1097-1133)


ΚΑ. τίς ἔσθ᾽ ὁ κόπτων τὴν θύραν; τουτὶ τί ἦν;
οὐδείς, ἔοικεν· ἀλλὰ δῆτα τὸ θύριον
φθεγγόμενον ἄλλως κλαυσιᾷ. ΕΡΜΗΣ. σέ τοι λέγω,
1100ὁ Καρίων, ἀνάμεινον. ΚΑ. οὗτος, εἰπέ μοι,
σὺ τὴν θύραν ἔκοπτες οὑτωσὶ σφόδρα;
ΕΡ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἔμελλον· εἶτ᾽ ἀνέῳξάς με φθάσας.
ἀλλ᾽ ἐκκάλει τὸν δεσπότην τρέχων ταχύ,
ἔπειτα τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδία,
1105ἔπειτα τοὺς θεράποντας, εἶτα τὴν κύνα,
ἔπειτα σαυτόν, εἶτα τὴν ὗν. ΚΑ. εἰπέ μοι,
τί δ᾽ ἐστίν; ΕΡ. ὁ Ζεὺς, ὦ πόνηρε, βούλεται
εἰς ταὐτὸν ὑμᾶς συγκυκήσας τρύβλιον
ἁπαξάπαντας εἰς τὸ βάραθρον ἐμβαλεῖν.
1110ΚΑ. ἡ γλῶττα τῷ κήρυκι τούτων τέμνεται.
ἀτὰρ διὰ τί δὴ ταῦτ᾽ ἐπιβουλεύει ποεῖν
ἡμᾶς; ΕΡ. ὁτιὴ δεινότατα πάντων πραγμάτων
εἴργασθ᾽. ἀφ᾽ οὗ γὰρ ἤρξατ᾽ ἐξ ἀρχῆς βλέπειν
ὁ Πλοῦτος, οὐδεὶς οὐ λιβανωτόν, οὐ δάφνην,
1115οὐ ψαιστόν, οὐχ ἱερεῖον, οὐκ ἄλλ᾽ οὐδὲ ἓν
ἡμῖν ἔτι θύει τοῖς θεοῖς. ΚΑ. μὰ Δί᾽, οὐδέ γε
θύσει· κακῶς γὰρ ἐπεμελεῖσθ᾽ ἡμῶν τότε.
ΕΡ. καὶ τῶν μὲν ἄλλων μοι θεῶν ἧττον μέλει,
ἐγὼ δ᾽ ἀπόλωλα κἀπιτέτριμμαι. ΚΑ. σωφρονεῖς.
1120ΕΡ. πρότερον γὰρ εἶχον ‹ἂν› παρὰ ταῖς καπηλίσιν
πάντ᾽ ἀγάθ᾽· ἕωθεν εὐθύς, οἰνοῦτταν, μέλι,
ἰσχάδας, ὅσ᾽ εἰκός ἐστιν Ἑρμῆν ἐσθίειν·
νυνὶ δὲ πεινῶν ἀναβάδην ἀναπαύομαι.
ΚΑ. οὔκουν δικαίως, ὅστις ἐπόεις ζημίαν
1125ἐνίοτε τοιαῦτ᾽ ἀγάθ᾽ ἔχων; ΕΡ. οἴμοι τάλας,
οἴμοι πλακοῦντος τοῦ ᾽ν τετράδι πεπεμμένου.
ΚΑ. «ποθεῖς τὸν οὐ παρόντα καὶ μάτην καλεῖς.»
ΕΡ. οἴμοι δὲ κωλῆς ἧς ἐγὼ κατήσθιον—
ΚΑ. ἀσκωλίαζ᾽ ἐνταῦθα πρὸς τὴν αἰθρίαν.
1130ΕΡ. σπλάγχνων τε θερμῶν ὧν ἐγὼ κατήσθιον.
ΚΑ. ὀδύνη σε περὶ τὰ σπλάγχν᾽ ἔοικέ τις στρέφειν.
ΕΡ. οἴμοι δὲ κύλικος ἴσον ἴσῳ κεκραμένης.
ΚΑ. ταύτην ἐπιπιὼν ἀποτρέχων οὐκ ἂν φθάνοις.


ΚΑΡ. (βγαίνοντας έξω)
Ε! Ποιός χτυπά την πόρτα. Τί ᾽ναι τούτο;
(κοιτάει ολόγυρα)
Δε φαίνεται κανείς! Κι όμως η πόρτα
δε βρόντηξε μονάχη της.
ΕΡΜΗΣ
Σε θέλω,
Καρίωνα. Στάσου! ΚΑΡ. Βλάμη, δε μου λες1100
συ χτύπαες τόσο δυνατά την πόρτα;
ΕΡΜ. Καθόλου, μά τον Δία, ετοιμαζόμουν,
μα πρόλαβες και μου άνοιξες. Γιά τρέχα
σαγίτα να φωνάξεις τον αφέντη σου
κι ύστερα τη γυναίκα, τα παιδιά του,
και κατόπι τους σκλάβους και κατόπι
τη σκύλα και κατόπι τη γουρούνα,
στερνά σένα τον ίδιο. ΚΑΡ. Μα τί τρέχει;
ΕΡΜ. Ο Δίας, αχρείε, ζητάει σ᾽ ένα γουδί
όλους αντάμα να σας κοπανίσει
και στο βάραθρο κάτου να σας ρίξει.
ΚΑΡ. Για τέτοιονε μαντατοφόρο εμείς
των σφαχταριών τη γλώσσα ξεχωρίζουμε;1110
Μα τί μας έχει τόση φούρκα ο Δίας;
ΕΡΜ. Τί φοβερή μας κάνατε χαλάστρα!
Μόλις ο Πλούτος άρχισε να βλέπει,
κανείς ούτε λιβάνι κι ούτε δάφνη
κι ούτε σφαχτάρι κι ούτε λαλαγγίτες,
κι ούτε τίποτες άλλο δεν προσφέρνει
θυσία σε μας τους αθανάτους πλέον.
ΚΑΡ. Μα κι ούτε θα προσφέρει, μά τον Δία,
γιατί δε μας φροντίζατε ως τα τώρα.
ΕΡΜ. Για τους άλλους θεούς λίγο με νοιάζει,
μα ο ζάβαλης εγώ πάει αφανίστηκα.
ΚΑΡ. Σωστή κουβέντα. ΕΡΜ. Ναι, πρωτύτερα είχα
όλ᾽ απ᾽ τις ταβερνιάρισσες τα ελέη:1120
αυγήν αυγή μουστόπιτα και μέλι,
σύκα κι ό,τι άλλο πρέπει ο Ερμής να φάει.
Και τώρα παίζει ταμπουρά η κοιλιά μου,
κείτομαι ξάπλα με τα πόδια απάνου.
ΚΑΡ. Άδικα τάχα, αφού συχνά εκεινούς
που σε ταγίζαν τόσα, τους εζήμιωνες;
ΕΡΜ. Αλιά μου ο καψερός, αλιά μου οι πίτες
που ᾽χα κάθε τετάρτη του μηνός.
ΚΑΡ. Ζητάς πράμα που εχάθη; Μάταια κράζεις.
ΕΡΜ. Πάνε και τα μεριά που ξεκοκάλιζα!
ΚΑΡ. Πήδα τώρα στο ξέφαντον, απάνου
σε λαδωμένο ασκί μ᾽ ένα ποδάρι.
ΕΡΜ. Πάνε και τα ζεστά συκώτια που ᾽τρωγα.1130
ΚΑΡ. Του τρώει ο πόνος τα συκώτια, ως φαίνεται.
ΕΡΜ. Αλιά μου! Πάει κι η κούπα, που κατέβαζα
μισό νερό μισό κρασί. ΚΑΡ. (κλάνει) Νά, πιε την
κι αυτήν κι άμε τρέχα να τη φτάσεις.