Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (1134-1170)


ΕΡ. ἆρ᾽ ὠφελήσαις ἄν τι τὸν σαυτοῦ φίλον;
1135ΚΑ. εἴ του δέει γ᾽ ὧν δυνατός εἰμί σ᾽ ὠφελεῖν.
ΕΡ. εἴ μοι πορίσας ἄρτον τιν᾽ εὖ πεπεμμένον
δοίης καταφαγεῖν καὶ κρέας νεανικὸν
ὧν θύεθ᾽ ὑμεῖς ἔνδον. ΚΑ. ἀλλ᾽ οὐκ ἐκφορά.
ΕΡ. καὶ μὴν ὁπότε τι σκευάριον τοῦ δεσπότου
1140ὑφέλοι᾽, ἐγώ σ᾽ ἂν λανθάνειν ἐποίουν ἀεί.
ΚΑ. ἐφ᾽ ᾧτε μετέχειν καὐτός, ὦ τοιχωρύχε·
ἧκεν γὰρ ἄν σοι ναστὸς εὖ πεπεμμένος.
ΕΡ. ἔπειτα τοῦτόν γ᾽ αὐτὸς ἂν κατήσθιες.
ΚΑ. οὐ γὰρ μετεῖχες τὰς ἴσας πληγὰς ἐμοί,
1145ὁπότε τι ληφθείην πανουργήσας ἐγώ.
ΕΡ. μὴ μνησικακήσῃς, εἰ σὺ Φυλὴν κατέλαβες.
ἀλλὰ ξύνοικον, πρὸς θεῶν, δέξασθέ με.
ΚΑ. ἔπειτ᾽ ἀπολιπὼν τοὺς θεοὺς ἐνθάδε μενεῖς;
ΕΡ. τὰ γὰρ παρ᾽ ὑμῖν ἐστι βελτίω πολύ.
1150ΚΑ. τί δέ; ταὐτομολεῖν ἀστεῖον εἶναί σοι δοκεῖ;
ΕΡ. «πατρὶς γάρ ἐστι πᾶσ᾽ ἵν᾽ ἂν πράττῃ τις εὖ.»
ΚΑ. τί δῆτ᾽ ἂν εἴης ὄφελος ἡμῖν ἐνθάδ᾽ ὤν;
ΕΡ. παρὰ τὴν θύραν στροφαῖον ἱδρύσασθέ με.
ΚΑ. στροφαῖον; ἀλλ᾽ οὐκ ἔργον ἔστ᾽ οὐδὲν στροφῶν.
1155ΕΡ. ἀλλ᾽ ἐμπολαῖον. ΚΑ. ἀλλὰ πλουτοῦμεν. τί οὖν
Ἑρμῆν παλιγκάπηλον ἡμᾶς δεῖ τρέφειν;
ΕΡ. ἀλλὰ δόλιον τοίνυν. ΚΑ. δόλιον; ἥκιστά γε·
οὐ γὰρ δόλου νῦν ἔργον, ἀλλ᾽ ἁπλῶν τρόπων.
ΕΡ. ἀλλ᾽ ἡγεμόνιον. ΚΑ. ἀλλ᾽ ὁ θεὸς ἤδη βλέπει.
1160ὥσθ᾽ ἡγεμόνος οὐδὲν δεησόμεσθ᾽ ἔτι.
ΕΡ. ἐναγώνιος τοίνυν ἔσομαι. καὶ τί ἔτ᾽ ἐρεῖς;
Πλούτῳ γάρ ἐστι τοῦτο συμφορώτατον,
ποεῖν ἀγῶνας μουσικοὺς καὶ γυμνικούς.
ΚΑ. ὡς ἀγαθόν ἐστ᾽ ἐπωνυμίας πολλὰς ἔχειν.
1165οὗτος γὰρ ἐξηύρηκεν αὑτῷ βιότιον.
οὐκ ἐτὸς ἅπαντες οἱ δικάζοντες θαμὰ
σπεύδουσιν ἐν πολλοῖς γεγράφθαι γράμμασιν.
ΕΡ. οὐκοῦν ἐπὶ τούτοις εἰσίω; ΚΑ. καὶ πλῦνέ γε
αὐτὸς προσελθὼν πρὸς τὸ φρέαρ τὰς κοιλίας,
1170ἵν᾽ εὐθέως διακονικὸς εἶναι δοκῇς.


ΕΡΜ. Του φίλου σου μια χάρη δε θα κάνεις;
ΚΑΡ. Μετά χαράς, αν είναι του χεριού μου.
ΕΡΜ. Ένα καρβέλι καλοζυμωμένο
να μου ᾽δινες να φάω κι ένα μεγάλο
κομμάτι κρέας απ᾽ τα σφαχτά, που μέσα
θυσιάζετε. ΚΑΡ. Δεν κάνει όξω να βγούνε.
ΕΡΜ. Κι όμως εγώ κάθε φορά, που σούφρωνες
κάτι τ᾽ αφεντικού σου, σε βοηθούσα
να μην πιαστείς. ΚΑΡ. Μονάχα για να πάρεις1140
μερτικό, λωποδύτη, γιατί σου ᾽δινα
καρβέλι ανεβατό και καλοζύμωτο.
ΕΡΜ. Κι έπειτα ο ίδιος συ το καταβρόχθιζες.
ΚΑΡ. Γιατί δε μοιραζόσουν και το ξύλο,
κάθε φορά που μ᾽ έπιαναν στα πράσα;
ΕΡΜ. Κάκια μη μου κρατάς μια κι είσαι τώρα
στα πράγματα. Κι εμένα πάρε μέσα
παρέα του Πλούτου. ΚΑΡ. Και θα παρατήσεις
τους άλλους θεούς, μαζί μας για να μείνεις;
ΕΡΜ. Αφού περνάτ᾽ εδώ πολύ καλύτερα!
ΚΑΡ. Μπα! Κι η λιποταξία ντροπή δεν είναι;1150
ΕΡΜ. Πατρίδα μου είναι όπου περνάω καλά.
ΚΑΡ. Και τί δουλειά θα κάνεις, αν σε πάρουμε;
ΕΡΜ. Όξω στην πόρτα βάλτε με, το σπίτι
να φυλάω απ᾽ τους κλέφτες. ΚΑΡ. Τώρα πια,
αχρείαστος είσαι. Δεν υπάρχουν κλέφτες.
ΕΡΜ. Στις εμποροδουλειές σας να με πάρετε
για μεσίτη. ΚΑΡ. Μα τώρα είμαστε πλούσιοι.
Ποιά η ανάγκη μεσίτες να ταγίζουμε;
ΕΡΜ. Πάρτε με στις απάτες σας βοηθό.
ΚΑΡ. Καθόλου! Οι απάτες πια δεν έχουν πέραση.
Ειλικρίνεια μονάχα. ΕΡΜ. Τότε πάρτε με
να σας δείχνω το δρόμο. ΚΑΡ. Τώρα ο Πλούτος
έχει μάτια κι αυτός μας οδηγάει.1160
ΕΡΜ. Τότε να γίνω επόπτης στους αγώνες.
Σ᾽ αυτό δεν έχεις τίποτα να πεις.
Ο Πλούτος τού συμφέρει να οργανώνει
αγώνες γυμνικούς και μουσικούς.
ΚΑΡ. Σπουδαίο να ᾽χει κανείς σωρό τα ονόματα.
Έτσι βρήκε ο Ερμής να πορευτεί.
[Καλά κάνουν λοιπόν κι οι δικαστάδες
και γράφουνε τ᾽ όνομά τους σε πολλά
δικαστήρια, για να τους πέφτει ο κλήρος
να δικάζουν συχνά και να πλερώνονται.]
ΕΡΜ. Λοιπόν να μπαίνω τώρα; ΚΑΡ. Μπαίνε, κι άμε
τις πατσές να τις πλύνεις στο πηγάδι
για να φανεί πως κάνεις για τσιράκι.1170