Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (1171-1209)


ΙΕΡΕΥΣ
τίς ἂν φράσειε ποῦ ᾽στὶ Χρεμύλος μοι σαφῶς;
ΧΡ. τί δ᾽ ἐστίν, ὦ βέλτιστε; ΙΕ. τί γὰρ ἄλλ᾽ ἢ κακῶς;
ἀφ᾽ οὗ γὰρ ὁ Πλοῦτος οὗτος ἤρξατο βλέπειν,
ἀπόλωλ᾽ ὑπὸ λιμοῦ· καταφαγεῖν γὰρ οὐκ ἔχω,
1175καὶ ταῦτα τοῦ σωτῆρος ἱερεὺς ὢν Διός.
ΧΡ. ἡ δ᾽ αἰτία τίς ἐστιν, ὢ πρὸς τῶν θεῶν;
ΙΕ. θύειν ἔτ᾽ οὐδεὶς ἀξιοῖ. ΧΡ. τίνος οὕνεκα;
ΙΕ. ὅτι πάντες εἰσὶ πλούσιοι. καίτοι τότε,
ὅτ᾽ εἶχον οὐδέν, ὁ μὲν ἂν ἥκων ἔμπορος
1180ἔθυσεν ἱερεῖόν τι σωθείς, ὁ δέ τις ἂν
δίκην ἀποφυγών, ὁ δ᾽ ἂν ἐκαλλιερεῖτό τις
κἀμέ γ᾽ ἐκάλει τὸν ἱερέα· νῦν δ᾽ οὐδὲ εἷς
θύει τὸ παράπαν οὐδὲν οὐδ᾽ εἰσέρχεται,
πλὴν ἀποπατησόμενοί γε πλεῖν ἢ μυρίοι.
1185ΧΡ. οὔκουν τὰ νομιζόμενα σὺ τούτων λαμβάνεις;
ΙΕ. τὸν οὖν Δία τὸν σωτῆρα καὐτός μοι δοκῶ
χαίρειν ἐάσας ἐνθάδ᾽ αὐτοῦ καταμένειν.
ΧΡ. θάρρει· καλῶς ἔσται γάρ, ἢν θεὸς θέλῃ.
ὁ Ζεὺς ὁ σωτὴρ γὰρ πάρεστιν ἐνθάδε,
1190αὐτόματος ἥκων. ΙΕ. πάντ᾽ ἀγαθὰ τοίνυν λέγεις.
ΧΡ. ἱδρυσόμεθ᾽ οὖν αὐτίκα μάλ᾽ —ἀλλὰ περίμενε—
τὸν Πλοῦτον, οὗπερ πρότερον ἦν ἱδρυμένος,
τὸν ὀπισθόδομον ἀεὶ φυλάττων τῆς θεοῦ.
ἀλλ᾽ ἐκδότω τις δεῦρο δᾷδας ἡμμένας,
1195ἵν᾽ ἔχων προηγῇ τῷ θεῷ σύ. ΙΕ. πάνυ μὲν οὖν
δρᾶν ταῦτα χρή. ΧΡ. τὸν Πλοῦτον ἔξω τις κάλει.
ΓΡ. ἐγὼ δὲ τί ποιῶ; ΧΡ. τὰς χύτρας, αἷς τὸν θεὸν
ἱδρυσόμεθα, λαβοῦσ᾽ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς φέρε
σεμνῶς· ἔχουσα δ᾽ ἦλθες αὐτὴ ποικίλα.
1200ΓΡ. ὧν δ᾽ οὕνεκ᾽ ἦλθον; ΧΡ. πάντα σοι πεπράξεται.
ἥξει γὰρ ὁ νεανίσκος ὥς σ᾽ εἰς ἑσπέραν.
ΓΡ. ἀλλ᾽ εἴ γε μέντοι νὴ Δί᾽ ἐγγυᾷ σύ μοι
ἥξειν ἐκεῖνον ὡς ἔμ᾽, οἴσω τὰς χύτρας.
ΧΡ. καὶ μὴν πολὺ τῶν ἄλλων χυτρῶν τἀναντία
1205αὗται ποιοῦσι. ταῖς μὲν ἄλλαις γὰρ χύτραις
ἡ γραῦς ἔπεστ᾽ ἀνωτάτω, ταύτης δὲ νῦν
τῆς γραὸς ἐπιπολῆς ἔπεισιν αἱ χύτραι.

ΧΟ. οὐκέτι τοίνυν εἰκὸς μέλλειν οὐδ᾽ ἡμᾶς, ἀλλ᾽ ἀναχωρεῖν
εἰς τοὔπισθεν· δεῖ γὰρ κατόπιν τούτων ᾄδοντας ἕπεσθαι.


ΙΕΡΕΑΣ
Ποιός μπορεί να με πληροφορήσει
πού βρίσκεται ο Χρεμύλος; ΧΡΕ. Ε, τί τρέχει;
ΙΕΡ. Τί άλλο να τρέχει από κακό; Τι μόλις
ξανάρχισε να βλέπει πάλι ο Πλούτος,
ψοφάω της πείνας και μπουκιά δεν τρώγω
κι ας είμαι δα ιερέας του Δία Σωτήρα.
ΧΡΕ. Και ποιά η αιτία, για τ᾽ όνομα του Θεού;
ΙΕΡ. Κανένας πια θυσίες δεν κάνει. ΧΡΕ. Πώς;
ΙΕΡ. Όλοι γενήκαν πλούσιοι. Κι όμως τότε,
που τίποτα δεν είχαν, πότε ο έμπορος
ερχότανε και πρόσφερνε σφαχτάρι,
τι γλίτωσε απ᾽ τη θάλασσα, και πότε1180
όποιος στα δικαστήρια αθωωνόταν,
κι άλλοτες όποιος σπίτι του εθυσίαζε
προσκαλούσε κι εμένα τον παπά.
Μα τώρα πια μήτ᾽ ένας δε θυσιάζει,
και στο ναό μου δεν πατάει· μονάχα
για να τα κάνουν, μπαίνουνε χιλιάδες.
ΧΡΕ. Δεν παίρνεις μερτικό απ᾽ αυτά που κάνουν;
ΙΕΡ. Λοιπόν κι εγώ αποφάσισα τον Δία
να παρατήσω και με σας να μείνω.
ΧΡΕ. Κουράγιο και καλά θα πάει το πράμα,
αν θέλει ο θεός. Γιατί κι ο Δίας Σωτήρας
βρίσκεται δω. Μας ήρθε μοναχός του.
ΙΕΡ. Καλά μαντάτα. ΧΡΕ. Λίγ᾽ υπομονή,1190
τον Πλούτο να θρονιάσουμε όπου πρώτα
στεκότανε, στον Παρθενώνα πίσω,
και φύλαε μέρα-νύχτα το ταμείο.
Αλλ᾽ ας μας φέρουν δάδες αναμμένες,
ναν τις βαστάς πηγαίνοντας μπροστά
απ᾽ το θεό. ΙΕΡ. Πολύ σωστά. Θα γίνει.
ΧΡΕ. Κάποιος τον Πλούτο ας πάει όξω να φέρει.
ΓΡΙ. Και τί δουλειά θα κάνω εγώ; ΧΡΕ. Να πάρεις
στην κεφαλή σου απάνω τα τσουκάλια
της φασουλάδας και μπροστά να πηαίνεις
καμαρωτά, αφού μάλιστα μας ήρθες
με παρδαλό φουστάνι. ΓΡΙ. Κι ο σκοπός μου,
που μ᾽ έφερεν εδώ; ΧΡΕ. Θα γίνουν όλα:1200
θά ᾽ρθει τ᾽ αγόρι σπίτι σου το βράδυ.
ΓΡΙ. Αν μου εγγυγιέσαι πως θα ᾽ρθει τ᾽ αγόρι
σπίτι, θα κουβαλήσω τα τσουκάλια.
ΧΡΕ. Κι όμως με τα τσουκάλια τούτα γίνεται
τ᾽ ανάποδο που γίνεται με τ᾽ άλλα.
Τ᾽ άλλα τσουκάλια αφρίζουν από πάνω
κι αυτά από κάτου: τα μαλλιά της γριάς.

ΧΟΡ. Άι κι εμείς δίχως άργητα πίσω τους ν᾽ ακολουθήσουμε,
με χορό και τραγούδι, όπως είναι παλιά μας συνήθεια.