Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (322-361)


ΧΡ. «χαίρειν» μὲν ὑμᾶς ἐστιν, ὦνδρες δημόται,
ἀρχαῖον ἤδη προσαγορεύειν καὶ σαπρόν·
«ἀσπάζομαι» δ᾽ ὁτιὴ προθύμως ἥκετε
325καὶ συντεταμένως κοὐ κατεβλακευμένως.
ὅπως δέ μοι καὶ τἄλλα συμπαραστάται
ἔσεσθε καὶ σωτῆρες ὄντως τοῦ θεοῦ.
ΧΟ. θάρρει· βλέπειν γὰρ ἄντικρυς δόξεις μ᾽ Ἄρη.
δεινὸν γὰρ εἰ τριωβόλου μὲν οὕνεκα
330ὠστιζόμεσθ᾽ ἑκάστοτ᾽ ἐν τἠκκλησίᾳ,
αὐτὸν δὲ τὸν Πλοῦτον παρείην τῳ λαβεῖν.
ΧΡ. καὶ μὴν ὁρῶ καὶ Βλεψίδημον τουτονὶ
προσιόντα· δῆλος δ᾽ ἐστὶν ὅτι τοῦ πράγματος
ἀκήκοέν τι τῇ βαδίσει καὶ τῷ τάχει.
ΒΛΕΨΙΔΗΜΟΣ
335τί ἂν οὖν τὸ πρᾶγμ᾽ εἴη; πόθεν καὶ τίνι τρόπῳ
Χρεμύλος πεπλούτηκ᾽ ἐξαπίνης; οὐ πείθομαι.
καίτοι λόγος γ᾽ ἦν νὴ τὸν Ἡρακλέα πολὺς
ἐπὶ τοῖσι κουρείοισι τῶν καθημένων,
ὡς ἐξαπίνης ἁνὴρ γεγένηται πλούσιος.
340ἔστιν δέ μοι τοῦτ᾽ αὐτὸ θαυμάσιον, ὅπως
χρηστόν τι πράττων τοὺς φίλους μεταπέμπεται.
οὔκουν ἐπιχώριόν γε πρᾶγμ᾽ ἐργάζεται.
ΧΡ. ἀλλ᾽ οὐδὲν ἀποκρύψας ἐρῶ μὰ τοὺς θεούς.
ὦ Βλεψίδημ᾽, ἄμεινον ἢ χθὲς πράττομεν,
345ὥστε μετέχειν ἔξεστιν· εἶ γὰρ τῶν φίλων.
ΒΛ. γέγονας δ᾽ ἀληθῶς, ὡς λέγουσι, πλούσιος;
ΧΡ. ἔσομαι μὲν οὖν αὐτίκα μάλ᾽, ἢν θεὸς θέλῃ.
ἔνι γάρ τις, ἔνι κίνδυνος ἐν τῷ πράγματι.
ΒΛ. ποῖός τις; ΧΡ. οἷος— ΒΛ. λέγ᾽ ἁνύσας ὅ τι φῄς ποτε.
350ΧΡ. ἢν μὲν κατορθώσωμεν, εὖ πράττειν ἀεί·
ἢν δὲ σφαλῶμεν, ἐπιτετρῖφθαι τὸ παράπαν.
ΒΛ. τουτὶ πονηρὸν φαίνεται τὸ φορτίον
καί μ᾽ οὐκ ἀρέσκει. τό τε γὰρ ἐξαίφνης ἄγαν
οὕτως ὑπερπλουτεῖν τό τ᾽ αὖ δεδοικέναι
355πρὸς ἀνδρὸς οὐδὲν ὑγιές ἐστ᾽ εἰργασμένου.
ΧΡ. πῶς οὐδὲν ὑγιές; ΒΛ. εἴ τι κεκλοφὼς νὴ Δία
ἐκεῖθεν ἥκεις ἀργύριον ἢ χρυσίον
παρὰ τοῦ θεοῦ, κἄπειτ᾽ ἴσως σοι μεταμέλει.
ΧΡ. Ἄπολλον ἀποτρόπαιε, μὰ Δί᾽ ἐγὼ μὲν οὔ.
360ΒΛ. παῦσαι φλυαρῶν, ὦγάθ᾽· οἶδα γὰρ σαφῶς.
ΧΡ. σὺ μηδὲν εἰς ἔμ᾽ ὑπονόει τοιουτονί.


ΧΡΕ. (μπαίνοντας)
Το να σας πω: «γεια και χαρά, πατριώτες»,
είναι παλιό χαιρέτισμα, μπαγιάτικο!
Να σας φιλήσω θέλω, που ᾽ρθατ᾽ έτσι
πρόθυμα και με τάξη και βιασύνη.
Παρακαλώ, σταθείτε μου και σ᾽ όλα
συμπαραστάτες, του θεού σωτήρες.
ΧΟΡ. Έννοια σου κι Άρης θα με ιδείς να γίνω!
Θα ᾽τανε φοβερό για τρεις δεκάρες
να σπρώχνομαι να μπω στη λαοσύναξη330
και ν᾽ αφήσω τον Πλούτο να μου πάρουν.
ΧΡΕ. Νά τα μας! Βλέπω να ᾽ρχεται ο Βλεψίδημος
τρεχάλα, κάτι θ᾽ άκουσε, μου φαίνεται.

ΒΛΕΨΙΔΗΜΟΣ
Ξηγήστε μου το πράμα. Πώς και πούθες
επλούτηνε ο Χρεμύλος ξαφνικά;
Απίστευτο! Κι ωστόσο στα μπαρμπέρικα
πολλή κουβέντα, μά τον Ηρακλέα,
γινότανε, πως ξάφνου παραπλούτηνε.
Κι είναι πολύ παράξενο να στέλνει340
τους φίλους να καλεί στην ευτυχία του.
Τα τέτοια η χώρα δεν τα συνηθάει.
ΧΡΕ. Όλα θα σου τα πω, μά τους θεούς,
και δε θα κρύψω τίποτα, Βλεψίδημε.
Καλύτερ᾽ από χτες πάνε τα πράγματα,
μπορείς να λάβεις μερτικό, είσαι φίλος.
ΒΛΕ. Αληθινά, όπως λένε, πλούσιος έγινες;
ΧΡΕ. Θα γίνω σε λιγάκι, αν θέλει ο θεός·
υπάρχει, υπάρχει κίντυνος ακόμα.
ΒΛΕ. Ποιός κίντυνος; ΧΡΕ. Νά… ΒΛΕ. Λέγε, δε βαστάω!
ΧΡΕ. Αν πετύχουμε, τότες όξω φτώχεια350
παντοτινά· κι αν όχι, πάει χαθήκαμε!
ΒΛΕ. Σαν ύποπτη μου φαίνεται η δουλειά
και δε μου αρέσει· να παραπλουταίνεις
ξαφνικά κι απ᾽ την άλλη να φοβάσαι!
Κάποια βρομοδουλειά θα ᾽χεις σκαρώσει.
ΧΡΕ. Γιατί βρομοδουλειά; ΒΛΕ. Ναι, μά το Δία,
θα ᾽κλεψες το χρυσάφι και τ᾽ ασήμι
της εκκλησιάς και τώρα μετανιώνεις.
ΧΡΕ. Ο θεός φυλάξοι! Τέτοιο πράμα εγώ!
ΒΛΕ. Πάψε τα λόγια, βλάμη, και το ξέρω.360
ΧΡΕ. Για μένα τέτοιες υποψίες μην έχεις!