Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (56-92)


ΚΑ. ἄγε δή, σὺ πότερον σαυτὸν ὅστις εἶ φράσεις,
ἢ τἀπὶ τούτοις δρῶ; λέγειν χρὴ ταχὺ πάνυ.
ΠΛΟΥΤΟΣ
ἐγὼ μὲν οἰμώζειν λέγω σοι. ΚΑ. μανθάνεις
ὅς φησιν εἶναι; ΧΡ. σοὶ λέγει τοῦτ᾽, οὐκ ἐμοί·
60σκαιῶς γὰρ αὐτοῦ καὶ χαλεπῶς ἐκπυνθάνει.
ἀλλ᾽ εἴ τι χαίρεις ἀνδρὸς εὐόρκου τρόποις,
ἐμοὶ φράσον. ΠΛ. κλάειν ἔγωγέ σοι λέγω.
ΚΑ. δέχου τὸν ἄνδρα καὶ τὸν ὄρνιν τοῦ θεοῦ.
ΧΡ. οὔ τοι μὰ τὴν Δήμητρα χαιρήσεις ἔτι.
65ΚΑ. εἰ μὴ φράσεις γάρ, ἀπό σ᾽ ὀλῶ κακὸν κακῶς.
ΠΛ. ὦ τᾶν, ἀπαλλάχθητον ἀπ᾽ ἐμοῦ. ΧΡ. πώμαλα.
ΚΑ. καὶ μὴν ὃ λέγω βέλτιστόν ἐστ᾽, ὦ δέσποτα.
Ἀπολῶ τὸν ἄνθρωπον κάκιστα τουτονί.
ἀναθεὶς γὰρ ἐπὶ κρημνόν τιν᾽ αὐτὸν καταλιπὼν
70ἄπειμ᾽, ἵν᾽ ἐκεῖθεν ἐκτραχηλισθῇ πεσών.
ΧΡ. ἀλλ᾽ αἶρε ταχέως. ΠΛ. μηδαμῶς. ΧΡ. οὔκουν ἐρεῖς;
ΠΛ. ἀλλ᾽ ἢν πύθησθέ μ᾽ ὅστις εἴμ᾽, εὖ οἶδ᾽ ὅτι
κακόν τί μ᾽ ἐργάσεσθε κοὐκ ἀφήσετον.
ΧΡ. νὴ τοὺς θεοὺς ἡμεῖς γ᾽, ἐὰν βούλῃ γε σύ.
75ΠΛ. μέθεσθέ νύν μου πρῶτον. ΧΡ. ἤν, μεθίεμεν.
ΠΛ. ἀκούετον δή· δεῖ γάρ, ὡς ἔοικέ, με
λέγειν ἃ κρύπτειν ἦν παρεσκευασμένος.
ἐγὼ γάρ εἰμι Πλοῦτος. ΚΑ. ὦ μιαρώτατε
ἀνδρῶν ἁπάντων, εἶτ᾽ ἐσίγας Πλοῦτος ὤν;
80ΧΡ. σὺ Πλοῦτος, οὕτως ἀθλίως διακείμενος;
ὦ Φοῖβ᾽ Ἄπολλον καὶ θεοὶ καὶ δαίμονες
καὶ Ζεῦ, τί φῄς; ἐκεῖνος ὄντως εἶ σύ; ΠΛ. ναί.
ΧΡ. ἐκεῖνος αὐτός; ΠΛ. αὐτότατος. ΧΡ. πόθεν οὖν, φράσον,
αὐχμῶν βαδίζεις; ΠΛ. ἐκ Πατροκλέους ἔρχομαι,
85ὃς οὐκ ἐλούσατ᾽ ἐξ ὅτουπερ ἐγένετο.
ΧΡ. τουτὶ δὲ τὸ κακὸν πῶς ἔπαθες; κάτειπέ μοι.
ΠΛ. ὁ Ζεύς με ταῦτ᾽ ἔδρασεν ἀνθρώποις φθονῶν.
ἐγὼ γὰρ ὢν μειράκιον ἠπείλησ᾽ ὅτι
ὡς τοὺς δικαίους καὶ σοφοὺς καὶ κοσμίους
90μόνους βαδιοίμην· ὁ δέ μ᾽ ἐποίησεν τυφλόν,
ἵνα μὴ διαγιγνώσκοιμι τούτων μηδένα.
οὕτως ἐκεῖνος τοῖσι χρηστοῖσι φθονεῖ.


ΚΑΡ. (στον Πλούτο)
Άιντε μίλα ποιός είσαι, γιατ᾽ αλλιώς
θα δουλέψει ματσούκι. Λέγε γρήγορα.
ΠΛΟΥΤΟΣ
Θα σε κάνω να σκούξεις. Νά τί λέω!
ΚΑΡ. (στο Χρεμύλο)
Ποιός είναι λέει; Κατάλαβες; ΧΡΕ. Σε σένα
το λέει κι όχι σε μένα, αφού με τρόπο
χωριάτικο και πρόστυχο ρωτάς.60
(στον Πλούτο)
Αφού σου αρέσουν τρόποι ευγενικοί,
μίλα σε μένα. ΠΛΟ. Θα σε κάνω, λέω,
να κλάψεις!
ΚΑΡ. (στο Χρεμύλο)
Ω! χαρά στο κελεπούρι
και στο χρησμό που σου ᾽δωκε ο θεός!
ΧΡΕ. (στον Πλούτο)
Δε θα σ᾽ αφήσω εγώ πολύν καιρό
να τσαμπουνάς ακόμη, μά τη Δήμητρα.
ΚΑΡ. (όμοια στον Πλούτο)
Ξηγήσου, γιατί αλλιώς σε ξεμπερδεύω
κακήν κακώς. ΠΛΟ. Μωρ᾽ δε με ξεφορτώνεσαι;
ΧΡΕ. Ποτές. ΚΑΡ. Το πιο σωστό ᾽ναι αυτό που λέγω:
να τον ξεκάνω τούτονε μια κι όξω.
Σ᾽ ένα γκρεμό θα πάω να τον αφήσω
να πέσει από ψηλά να τσακιστεί.70
ΧΡΕ. Άι πάρ᾽ τονε και τράβα. ΠΛΟ. Μη, μη, μη!
ΧΡΕ. Θα ξηγηθείς λοιπόν; ΠΛΟ. Αλλ᾽ αν το μάθετε
ποιός είμαι, θα μου κάνετε κακό
και πια δε θα μ᾽ αφήσετε να φύγω.
ΧΡΕ. Μά τους θεούς, θα σ᾽ αφήσουμε, άμα θέλεις.
ΠΛΟ. Λοιπόν μη με κρατάτε. ΧΡΕ. Νά! σ᾽ αφήνουμε.
ΠΛΟ. Ακούτε! Ανάγκη να σας μολογήσω
το μυστικό μου, αν κι είχα πάρει απόφαση
να σας το κρύψω. Εγώ λοιπόν που βλέπετε
είμαι ο Πλούτος. ΧΡΕ. Πανάθλιε, και δεν το ᾽λεγες
τόσον καιρό, πως είσαι ο Πλούτος; ΚΑΡ. Συ
ο Πλούτος, και σε τέτοια χάλια; Ω Φοίβε80
κι όλ᾽ οι θεοί κι οι δαίμονες, ω Δία,
τί λες μωρέ; Εσύ ᾽σαι ο Πλούτος; ΠΛΟ. Ναίσκε!
ΧΡΕ. Ο ίδιος αυτός; ΠΛΟ. Αυτότατος! ΧΡΕ. Και πούθε
μας ήρθες έτσι βρομισμένος; ΠΛΟ. Έρχομαι
από τον Πατροκλή που δεν ελούστη
απ᾽ την ημέρα που ᾽χει γεννηθεί!
ΧΡΕ. Και πώς τα μάτια σου έχασες; Γιά πε μου.
ΠΛΟ. Ο Δίας μου τηνε σκάρωσε από ζήλια
των ανθρώπων. Σαν ήμουν παλικάρι,
φοβέρισα πως θα πηγαίνω πάντα
στους δίκιους μόνο, στους σοφούς και τίμιους.
Και κείνος τότε μου ᾽βγαλε τα μάτια,90
για να μην ξεχωρίζω ούτ᾽ ένα τέτοιον.
Τόσο ζηλεύει τους καλούς ανθρώπους.