Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (133-169)


ΧΡ. θύουσι δ᾽ αὐτῷ διὰ τίν᾽; οὐ διὰ τουτονί;
ΚΑ. καὶ νὴ Δί᾽ εὔχονταί γε πλουτεῖν ἄντικρυς.
135ΧΡ. οὔκουν ὅδ᾽ ἐστὶν αἴτιος καὶ ῥᾳδίως
παύσειεν, εἰ βούλοιτο, ταῦτ᾽ ἄν; ΠΛ. ὅτι τί δή;
ΧΡ. ὅτι οὐδ᾽ ἂν εἷς θύσειεν ἀνθρώπων ἔτι
οὐ βοῦν ἄν, οὐχὶ ψαιστόν, οὐκ ἄλλ᾽ οὐδὲ ἕν,
μὴ βουλομένου σοῦ. ΠΛ. πῶς; ΧΡ. ὅπως; οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως
140ὠνήσεται δήπουθεν, ἢν σὺ μὴ παρὼν
αὐτὸς διδῷς τἀργύριον, ὥστε τοῦ Διὸς
τὴν δύναμιν, ἢν λυπῇ τι, καταλύσεις μόνος.
ΠΛ. τί λέγεις; δι᾽ ἐμὲ θύουσιν αὐτῷ; ΧΡ. φήμ᾽ ἐγώ.
καὶ νὴ Δί᾽ εἴ τί γ᾽ ἐστὶ λαμπρὸν καὶ καλὸν
145ἢ χαρίεν ἀνθρώποισι, διὰ σὲ γίγνεται.
ἅπαντα τῷ πλουτεῖν γάρ ἐσθ᾽ ὑπήκοα.
ΚΑ. ἔγωγέ τοι διὰ μικρὸν ἀργυρίδιον
δοῦλος γεγένημαι πρότερον ὢν ἐλεύθερος.
ΧΡ. καὶ τάς γ᾽ ἑταίρας φασὶ τὰς Κορινθίας,
150ὅταν μὲν αὐτάς τις πένης πειρῶν τύχῃ,
οὐδὲ προσέχειν τὸν νοῦν, ἐὰν δὲ πλούσιος,
τὸν πρωκτὸν αὐτὰς εὐθὺς ὡς τοῦτον τρέπειν.
ΚΑ. καὶ τούς γε παῖδάς φασι ταὐτὸ τοῦτο δρᾶν
οὐ τῶν ἐραστῶν, ἀλλὰ τἀργυρίου χάριν.
155ΧΡ. οὐ τούς γε χρηστούς, ἀλλὰ τοὺς πόρνους· ἐπεὶ
αἰτοῦσιν οὐκ ἀργύριον οἱ χρηστοί. ΚΑ. τί δαί;
ΧΡ. ὁ μὲν ἵππον ἀγαθόν, ὁ δὲ κύνας θηρευτικάς.
ΚΑ. αἰσχυνόμενοι γὰρ ἀργύριον αἰτεῖν ἴσως
ὀνόματι περιπέττουσι τὴν μοχθηρίαν.
160ΧΡ. τέχναι δὲ πᾶσαι διὰ σὲ καὶ σοφίσματα
ἐν τοῖσιν ἀνθρώποισίν ἐσθ᾽ ηὑρημένα.
ὁ μὲν γὰρ ἡμῶν σκυτοτομεῖ καθήμενος,
ἕτερος δὲ χαλκεύει τις, ὁ δὲ τεκταίνεται,
ὁ δὲ χρυσοχοεῖ γε χρυσίον παρὰ σοῦ λαβών,—
165ΚΑ. ὁ δὲ λωποδυτεῖ γε νὴ Δί᾽, ὁ δὲ τοιχωρυχεῖ,—
ΧΡ. ὁ δὲ κναφεύει γ᾽,— ΚΑ. ὁ δέ γε πλύνει κῴδια,—
ΧΡ. ὁ δὲ βυρσοδεψεῖ γ᾽— ΚΑ. ὁ δέ γε πωλεῖ κρόμμυα,—
ΧΡ. ὁ δ᾽ ἁλούς γε μοιχὸς διὰ σέ που παρατίλλεται.
ΠΛ. οἴμοι τάλας, ταυτί μ᾽ ἐλάνθανεν πάλαι.


ΧΡΕ. Και για ποιανού χατίρι τού θυσιάζουν
οι άνθρωποι; Όχι γι᾽ αυτόν;
(δείχνει τον Πλούτο)
ΚΑΡ. Ναι, μά το Δία!
Φως φανερό, ζητάνε να πλουτίσουν.
ΧΡΕ. Για τούτονε λοιπόν δε γίνονται όλα;
Κι αν το θελήσει, ευτύς τα σταματάει;
ΠΛΟ. Και πώς; ΧΡΕ. Κανένας πια δε θα προσφέρνει
όχι βόιδι μονάχα ή τηγανίτες
παρά τίποτα — φτάνει να το θέλεις!
ΠΛΟ. Πώς; ΧΡΕ. Και ρωτάς; Γιατί κανείς δε θα ᾽χει
χρήματα ν᾽ αγοράσει, αν δεν του δίνεις140
πρόθυμα συ. Κι έτσι του Δία το Κράτος,
αν σε πειράξει τόσο δα, μονάχος
το γκρεμίζεις… ΠΛΟ. Τί λες; Για μένα ο κόσμος
κάνει θυσίες; ΧΡΕ. Για σένα. Κι ό,τι υπάρχει
στον κόσμο ωραίο, λαμπρό, χαριτωμένο
εσύ το κάνεις. Όλα με το χρήμα
γίνονται. ΚΑΡ. Νά κι εγώ που ᾽γινα δούλος
για λίγο χρήμα. Τι ᾽μουνα φτωχός.
ΧΡΕ. Κι οι Κορθιανές εταίρες, καθώς λένε,
αν κανένας φτωχός τούς πέσει δίπλα,150
δε γυρίζουν να τον κοιτάξουν κι άμα
είναι πλούσιος, ευθύς τονε τουρλώνουν.
ΚΑΡ. Μα και τ᾽ αγόρια κάνουν το ίδιο.
Δεν κοιτάνε τον εραστή — το χρήμα!
ΧΡΕ. Τα ξετσίπωτα κι όχι τα καλά.
Τα καλά δε ζητάνε χρήμα. ΚΑΡ. Τί;
ΧΡΕ. Άλογα ράτσας ή λαγωνικά.
ΚΑΡ. Ντρέπονται να ζητάνε χρήμα κι έτσι
σκεπάζουνε την παραδοπιστιά τους.
ΧΡΕ. Κι όλες οι τέχνες κι όλα τα εφευρήματα160
βρεθήκανε για σέν᾽ απ᾽ τους ανθρώπους.
Ο ένας στον πάγκο κάνει τον τσαγκάρη…
ΚΑΡ. Άλλος το γύφτο, άλλος τον ξυλουργό…
ΧΡΕ. άλλος το χρυσικό, με το χρυσάφι
που του δίνεις… ΚΑΡ. Άλλος
το λωποδύτη κι άλλος το διαρρήχτη.
ΧΡΕ. Άλλος υφάδια ξαίνει. ΚΑΡ. Κι άλλος πλένει
τα τομάρια… ΧΡΕ. Κι άλλος πετσιά τ᾽ αργάζεται…
ΚΑΡ. Κι άλλος πουλάει κρεμμύδια…
ΧΡΕ. (στον Πλούτο)
Και για σένα
το μοιχό, που τον πιάνουνε στα πράσα,
του μαδάνε τον πάτο, αν δεν πλερώσει.
ΠΛΟ. Πώπω! Και χρόνια δεν το πήγε ο νους μου!