Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (253-289)


ΚΑ. ὦ πολλὰ δὴ τῷ δεσπότῃ ταὐτὸν θύμον φαγόντες,
ἄνδρες φίλοι καὶ δημόται καὶ τοῦ πονεῖν ἐρασταί,
255ἴτ᾽, ἐγκονεῖτε, σπεύδεθ᾽, ὡς ὁ καιρὸς οὐχὶ μέλλειν,
ἀλλ᾽ ἔστ᾽ ἐπ᾽ αὐτῆς τῆς ἀκμῆς, ᾗ δεῖ παρόντ᾽ ἀμύνειν.
ΧΟΡΟΣ
οὔκουν ὁρᾷς ὁρμωμένους ἡμᾶς πάλαι προθύμως,
ὡς εἰκός ἐστιν ἀσθενεῖς γέροντας ἄνδρας ἤδη;
σὺ δ᾽ ἀξιοῖς ἴσως με θεῖν, πρὶν ταῦτα καὶ φράσαι μοι
260ὅτου χάριν μ᾽ ὁ δεσπότης ὁ σὸς κέκληκε δεῦρο.
ΚΑ. οὔκουν πάλαι δήπου λέγω; σὺ δ᾽ αὐτὸς οὐκ ἀκούεις.
ὁ δεσπότης γάρ φησιν ὑμᾶς ἡδέως ἅπαντας
ψυχροῦ βίου καὶ δυσκόλου ζήσειν ἀπαλλαγέντας.
ΧΟ. ἔστιν δὲ δὴ τί καὶ πόθεν τὸ πρᾶγμα τοῦθ᾽ ὅ φησιν;
265ΚΑ. ἔχων ἀφῖκται δεῦρο πρεσβύτην τιν᾽, ὦ πόνηροι,
ῥυπῶντα, κυφόν, ἄθλιον, ῥυσόν, μαδῶντα, νωδόν·
οἶμαι δὲ νὴ τὸν οὐρανὸν καὶ ψωλὸν αὐτὸν εἶναι.
ΧΟ. ὦ χρυσὸν ἀγγείλας ἐπῶν, πῶς φῄς; πάλιν φράσον μοι.
δηλοῖς γὰρ αὐτὸν σωρὸν ἥκειν χρημάτων ἔχοντα.
270ΚΑ. πρεσβυτικῶν μὲν οὖν κακῶν ἔγωγ᾽ ἔχοντα σωρόν.
ΧΟ. μῶν ἀξιοῖς φενακίσας ἔπειτ᾽ ἀπαλλαγῆναι
ἀζήμιος, καὶ ταῦτ᾽ ἐμοῦ βακτηρίαν ἔχοντος;
ΚΑ. πάντως γὰρ ἄνθρωπον φύσει τοιοῦτον εἰς τὰ πάντα
ἡγεῖσθέ μ᾽ εἶναι κοὐδὲν ἂν νομίζεθ᾽ ὑγιὲς εἰπεῖν;
275ΧΟ. ὡς σεμνὸς οὑπίτριπτος. αἱ κνῆμαι δέ σου βοῶσιν
ἰοὺ ἰού, τὰς χοίνικας καὶ τὰς πέδας ποθοῦσαι.
ΚΑ. ἐν τῇ σορῷ νυνὶ λαχὸν τὸ γράμμα σου δικάζειν,
σὺ δ᾽ οὐ βαδίζεις; ὁ δὲ Χάρων τὸ ξύμβολον δίδωσιν.
ΧΟ. διαρραγείης. ὡς μόθων εἶ καὶ φύσει κόβαλος,
280ὅστις φενακίζεις, φράσαι δ᾽ οὔπω τέτληκας ἡμῖν,
οἳ πολλὰ μοχθήσαντες οὐκ οὔσης σχολῆς προθύμως
δεῦρ᾽ ἤλθομεν, πολλῶν θύμων ῥίζας διεκπερῶντες.
ΚΑ. ἀλλ᾽ οὐκέτ᾽ ἂν κρύψαιμι. τὸν Πλοῦτον γάρ, ὦνδρες, ἥκει
285ἄγων ὁ δεσπότης, ὃς ὑμᾶς πλουσίους ποήσει.
ΧΟ. ὄντως γὰρ ἔστι πλουσίοις ἡμῖν ἅπασιν εἶναι;
ΚΑ. νὴ τοὺς θεούς, Μίδας μὲν οὖν, ἢν ὦτ᾽ ὄνου λάβητε.
ΧΟ. ὡς ἥδομαι καὶ τέρπομαι καὶ βούλομαι χορεῦσαι
ὑφ᾽ ἡδονῆς, εἴπερ λέγεις ὄντως σὺ ταῦτ᾽ ἀληθῆ.


ΚΑΡ. Ω σεις που πολυφάγατε βορβούς με τον αφέντη μου,
ω φίλοι και συχωριανοί και της δουλειάς ξεφτέρια,
τρεχάτε, μπρος, για χάσιμο καιρός δεν είναι. Τώρα
είν᾽ η στιγμή να ᾽σαστε δω για να σωθείτε μόνοι.
ΧΟΡΟΣ
Μα δεν κοιτάς; Ερχόμαστε γλήγορ᾽ όσο μπορούμε
άνθρωποι γέροι, αδύναμοι. Μα εσύ να τρέχω θέλεις,
πριχού ξηγήσεις το γιατί μας κάλεσε ο αφέντης σου.260
ΚΑΡ. Μα τόσην ώρα τί σου ψέλνω; Δεν ακούς; Ο αφέντης
σάς μήνυσε: από δω κι ομπρός θα ζείτ᾽ ευτυχισμένα,
σωσμένοι από τα τωρινά τα βάσανα και κόπια.
ΧΟΡ. Μα τί ᾽ναι αυτό που υπόσκεται και πώς μπορεί να γίνει;
ΚΑΡ. Μας ήρθε φέρνοντας μαζί του, ω δύστυχοι, ένα γέρο
λερό, καμπούρη, ζαρωμένον, καραφλό, φαφούτη
και, μά τον ουρανό, πιστεύω να ᾽ναι και σπασμένος.
ΧΟΡ. Τί λέγεις, ω χρυσόστομε; Γιά ξαναπές το πάλι!
Όσο μπορώ να καταλάβω απ᾽ τα λεγόμενά σου,
εδώ μας ήρθε φορτωμένος με σωρό λεφτά.
ΚΑΡ. Είπα μονάχα με σωρό γεροντικές αρρώστιες.270
ΧΟΡ. Μπας και σου πέρασε απ᾽ το νου πως θα τηνε γλιτώσεις
φτηνά και μας κορόιδεψες; Νά το ραβδί, το βλέπεις;
ΚΑΡ. Έτσι λοιπόν με παίρνετε, πως από φυσικού μου
είμαι φκιαγμένος να μη λέω καμιά σωστή κουβέντα;
ΧΟΡ. Γιά κοίτα κει φιλότιμον ο μασκαράς! Μα οι άντζες του
κράζουν ου, ου, και φάλαγγα ζητάνε και περδούκλια.
ΚΑΡ. Στο λάκκο το ᾽να πόδι σου, και σου ᾽λαχεν ο κλήρος
του δικαστή και κάθεσαι; Σου ᾽δωκε ο Χάρος πράτιγο.
ΧΟΡ. Να σκάσεις, βρομερόγλωσσα και φύτρα δίχως τσίπα.
Μας κοροϊδεύεις τόσην ώρα και δε λες ακόμα280
τί μας καλεί ο αφέντης σου. Κομμένοι απ᾽ το μόχτο
φτάσαμε τρέχοντας, χωρίς να ᾽χουμε αδειά, και πλήθος
βορβούς επροσπεράσαμε στο διάβα μας αφράτους.
ΚΑΡ. Καημένοι μου, δεν σας το κρύβω πια: τ᾽ αφεντικό μου
τον Πλούτο εδώ σας έφερε, για να σας κάνει πλούσιους.
ΧΟΡ. Αλήθεια; Κι είναι μπορετό να γίνουμε όλοι πλούσιοι;
ΚΑΡ. Ναι, σαν το Μίδα, αν βγάλετε κι αυτιά γαϊδουρινά.
ΧΟΡ. Πώς χαίρομαι κι αναγιαλλιάζω. Θέλω να χορέψω
απ᾽ την πολλή μου τη χαρά, αν είναι αλήθεια ο λόγος σου.