Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (926-958)


ΔΙ. κατάθου ταχέως θοἰμάτιον. ΚΑ. οὗτος, σοὶ λέγει.
ΔΙ. ἔπειθ᾽ ὑπόλυσαι. ΚΑ. πάντα ταῦτα σοὶ λέγει.
ΣΥ. καὶ μὴν προσελθέτω πρὸς ἔμ᾽ ὑμῶν ἐνθαδὶ
ὁ βουλόμενος. ΚΑ. οὐκοῦν ἐκεῖνός εἰμ᾽ ἐγώ.
930ΣΥ. οἴμοι τάλας, ἀποδύομαι μεθ᾽ ἡμέραν.
ΚΑ. σὺ γὰρ ἀξιοῖς τἀλλότρια πράττων ἐσθίειν;
ΣΥ. ὁρᾷς ἃ ποιεῖ; ταῦτ᾽ ἐγὼ μαρτύρομαι.
ΔΙ. ἀλλ᾽ οἴχεται φεύγων ὃν ἦγες μάρτυρα.
ΣΥ. οἴμοι, περιείλημμαι μόνος. ΚΑ. νυνὶ βοᾷς;
935ΣΥ. οἴμοι μάλ᾽ αὖθις. ΚΑ. δὸς σύ μοι τὸ τριβώνιον,
ἵν᾽ ἀμφιέσω τὸν συκοφάντην τουτονί.
ΔΙ. μὴ δῆθ᾽· ἱερὸν γάρ ἐστι τοῦ Πλούτου πάλαι.
ΚΑ. ἔπειτα ποῦ κάλλιον ἀνατεθήσεται
ἢ περὶ πονηρὸν ἄνδρα καὶ τοιχωρύχον;
940Πλοῦτον δὲ κοσμεῖν ἱματίοις σεμνοῖς πρέπει.
ΔΙ. τοῖς δ᾽ ἐμβαδίοις τί χρήσεταί τις; εἰπέ μοι.
ΚΑ. καὶ ταῦτα πρὸς τὸ μέτωπον αὐτίκα δὴ μάλα
ὥσπερ κοτίνῳ προσπατταλεύσω τουτῳί.
ΣΥ. ἄπειμι· γιγνώσκω γὰρ ἥττων ὢν πολὺ
945ὑμῶν· ἐὰν δὲ σύζυγον λάβω τινὰ
κἂν σύκινον, τοῦτον τὸν ἰσχυρὸν θεὸν
ἐγὼ ποήσω τήμερον δοῦναι δίκην,
ὁτιὴ καταλύει περιφανῶς εἷς ὢν μόνος
τὴν δημοκρατίαν, οὔτε τὴν βουλὴν πιθὼν
950τὴν τῶν πολιτῶν οὔτε τὴν ἐκκλησίαν.
ΔΙ. καὶ μὴν ἐπειδὴ τὴν πανοπλίαν τὴν ἐμὴν
ἔχων βαδίζεις, εἰς τὸ βαλανεῖον τρέχε·
ἔπειτ᾽ ἐκεῖ κορυφαῖος ἑστηκὼς θέρου.
κἀγὼ γὰρ εἶχον τὴν στάσιν ταύτην ποτέ.
955ΚΑ. ἀλλ᾽ ὁ βαλανεὺς ἕλξει θύραζ᾽ αὐτὸν λαβὼν
τῶν ὀρχιπέδων· ἰδὼν γὰρ αὐτὸν γνώσεται
ὅτι ἔστ᾽ ἐκείνου τοῦ πονηροῦ κόμματος.
νὼ δ᾽ εἰσίωμεν, ἵνα προσεύξῃ τὸν θεόν.

‹ΧΟΡΟΥ›


ΔΙΚ. Βγάλε τα ρούχα ευτύς!
(Ο συκοφάντης τον κοιτάει απορώντας)
ΚΑΡ. Σένα το λέει.
ΔΙΚ. Βγάλε και τα παπούτσια σου κατόπι.
(Ο συκοφάντης πάλι κοιτάει απορώντας)
ΚΑΡ. Κι αυτό το λέει σε σένα. ΣΥΚ. Που τολμάει
απ᾽ τους δυο σας, ας κάνει πως ζυγώνει.
ΚΑΡ. Λοιπόν εγώ τολμώ.
(Τον γδύνει με το ζόρι)
ΣΥΚ. Βάι ο καημένος,
με γδύνουν έτσι μέρα μεσημέρι.930
ΚΑΡ. Πώς ήθελες να τρως ίσαμε τώρα,
στα δικαστήρια στέλνοντας τον κόσμο;
ΣΥΚ. (στο μάρτυρα που έφερε μαζί του)
Βλέπεις τί κάνει; Μάρτυρα θα σ᾽ έχω.
(Ο μάρτυρας φεύγει φοβισμένος)
ΔΙΚ. Ο μάρτυράς σου το ᾽βαλε στα πόδια.
ΣΥΚ. Αλιά! Μονάχος έμεινα. ΚΑΡ. Τί σκούζεις;
ΣΥΚ. Αλιά και τρισαλιά μου! ΚΑΡ. (στο Δίκαιο) Δώσ᾽ μου εσύ
την παλιάτσα σου αυτήν να τη φορέσω
του καταδότη. ΔΙΚ. Μη! Την έχω τάξει
από καιρό στον Πλούτο. ΚΑΡ. Τέτοιο τάμα
μονάχα από έναν τέτοιο λωποδύτη
και τέτοια λέρα πάει να φορεθεί.
Του Πλούτου ωραία φορέματα του πρέπουν.940
ΔΙΚ. Και τα παπούτσια του ε; Τί θα τα κάνουμε;
ΚΑΡ. Στο κούτελό του ευθύς θαν τα καρφώσω,
αφιέρωμα καθώς σε δέντρο απάνου.
ΣΥΚ. Φεύγω, γιατί κατάλαβα πως είμαι
αδυνατότερός σας, μ᾽ αν πετύχω
σύντροφο (μωρ᾽ ας είναι κι από ξύλο!)
το δυνατό σου θεό θα σου τον κάνω
σήμερα κιόλας να μου τα πλερώσει,
που τη δημοκρατία, ένας αυτός,
την καταλεί ολοφάνερα και δίχως
να συμφωνάει μαζί του κι η βουλή
των Αθηναίων κι η εκκλησία του δήμου.950
ΔΙΚ. Αλλ᾽ αφού τη δικά μου αρματωσιά
φορώντας πηαίνεις, τρέχα στο χαμάμι
και κει σαν τον μπροστάρη του χορού
στάσου πρώτος στο τζάκι και ζεσταίνου.
Τη θέση αυτήν εγώ την είχα χρόνια.
ΚΑΡ. Μα ο λουτράρης ευτύς θα τον αρπάξει
απ᾽ τ᾽ αχαμνά του κι όξω από την πόρτα!
Τι μόλις τον ιδεί, θα καταλάβει
πως είναι κάλπης… Τώρα εμείς ας μπούμε
μέσα να προσκυνήσεις το θεό.