Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (771-801)


ΠΛ. καὶ προσκυνῶ γε πρῶτα μὲν τὸν ἥλιον,
ἔπειτα σεμνῆς Παλλάδος κλεινὸν πέδον
χώραν τε πᾶσαν Κέκροπος ἥ μ᾽ ἐδέξατο.
αἰσχύνομαι δὲ τὰς ἐμαυτοῦ συμφοράς,
775οἵοις ἄρ᾽ ἀνθρώποις ξυνὼν ἐλάνθανον,
τοὺς ἀξίους δὲ τῆς ἐμῆς ὁμιλίας
ἔφευγον, εἰδὼς οὐδέν. ὦ τλήμων ἐγώ,
ὡς οὔτ᾽ ἐκεῖν᾽ ἄρ᾽ οὔτε ταῦτ᾽ ὀρθῶς ἔδρων.
ἀλλ᾽ αὖ τὰ πάντα πάλιν ἀναστρέψας ἐγὼ
780δείξω τὸ λοιπὸν πᾶσιν ἀνθρώποις ὅτι
ἄκων ἐμαυτὸν τοῖς πονηροῖς ἐπεδίδουν.
ΧΡ. βάλλ᾽ ἐς κόρακας. ὡς χαλεπόν εἰσιν οἱ φίλοι
οἱ φαινόμενοι παραχρῆμ᾽ ὅταν πράττῃ τις εὖ.
νύττουσι γὰρ καὶ φλῶσι τἀντικνήμια,
785ἐνδεικνύμενος ἕκαστος εὔνοιάν τινα.
ἐμὲ γὰρ τίς οὐ προσεῖπε; ποῖος οὐκ ὄχλος
περιεστεφάνωσεν ἐν ἀγορᾷ πρεσβυτικός;
ΓΥ. ὦ φίλτατ᾽ ἀνδρῶν, καὶ σὺ καὶ σύ, χαίρετον.
φέρε νυν, —νόμος γάρ ἐστι—, τὰ καταχύσματα
790ταυτὶ καταχέω σου λαβοῦσα. ΠΛ. μηδαμῶς.
ἐμοῦ γὰρ εἰσιόντος εἰς τὴν οἰκίαν
πρώτιστ᾽ ἀναβλέψαντος οὐδὲν ἐκφέρειν
πρεπῶδές ἐστιν, ἀλλὰ μᾶλλον εἰσφέρειν.
ΓΥ. εἶτ᾽ οὐχὶ δέξει δῆτα τὰ καταχύσματα;
795ΠΛ. ἔνδον γε παρὰ τὴν ἑστίαν, ὥσπερ νόμος.
ἔπειτα καὶ τὸν φόρτον ἐκφύγοιμεν ἄν.
οὐ γὰρ πρεπῶδές ἐστι τῷ διδασκάλῳ
ἰσχάδια καὶ τρωγάλια τοῖς θεωμένοις
προβαλόντ᾽, ἐπὶ τούτοις εἶτ᾽ ἀναγκάζειν γελᾶν.
800ΓΥ. εὖ πάνυ λέγεις· ὡς Δεξίνικός γ᾽ οὑτοσὶ
ἀνίσταθ᾽ ὡς ἁρπασόμενος τὰς ἰσχάδας.

ΧΟΡΟΥ


ΠΛΟ. Πρώτα τον ήλιο προσκυνώ, κατόπι
της Αθηνάς την ξακουσμένη πόλη
κι ολόβολη του Κέκροπα τη χώρα,
που μ᾽ εδέχτη. Και ντρέπομαι που ως τώρα
κατά λάθος επήγαινα με ανάξιους
κι όσοι καλοί τη συντροφιά μου αξίζαν,
τους έφευγα, χωρίς να ξέρω ο δόλιος.
Δεν ήτανε σωστά το ᾽να και τ᾽ άλλο.
Μα εδώ κι ομπρός θ᾽ αναποδογυρίσω
τα πράματα να δείξω όλου του κόσμου780
πως άθελα στους πονηρούς δινόμουν.
ΧΡΕ. Στ᾽ ανάθεμα! Τί βάσανον οι φίλοι,
που μονομιάς φυτρώνουν, άμα τύχει
να πλουτίσεις. Τσιμπάνε και πληγώνουν
τις άντζες σου ζητώντας κάποια χάρη.
Και ποιός δε με χαιρέτησεν εμένα
και τί πλήθος γερόντοι δε μου φόρεσαν
στην αγορά στεφάνια στο κεφάλι!
ΓΥΝ. (Χαιρετάει έναν έναν τον Πλούτο, τον Χρεμύλο και τον Βλεψίδημο)
Πανάκριβέ μου, μα και συ και συ
χαίρετε! (στον Πλούτο) Στάσου να σε περεχύσω
με καλούδια — η συνήθεια έτσι το θέλει.790
ΠΛΟ. Όχι. Αφού πρωτομπαίνω εγώ στο σπίτι
και πρωτοβλέπω, δεν ταιριάζει τίποτα
να βγάζεις όξω, μα να μπάζεις μέσα.
ΓΥΝ. Έτσι λοιπόν αρνιέσαι τα καλούδια μου;
ΠΛΟ. Μέσα, μπροστά στο τζάκι, ως συνηθίζεται.
Ναι θα γλιτώσουμ᾽ έτσι το περίγελο.
Δεν ταιριάζει στης κωμωδίας το δάσκαλο
στους θεατές να ρίχνει συκοκάρυδα
το γέλιο τους μ᾽ αυτά να ξαγοράζει.
ΓΥΝ. Πολύ σωστά μιλάς. Και νά, ο Δεξίνικος800
σηκώθη κιόλας για ν᾽ αρπάξει σύκα.

ΧΟΡΟΣ
(Ο Χορός απασχολεί τη σκηνή χορεύοντας, όσο να θυσιάσει μέσα ο Χρεμύλος.)