Ελληνο-αγγλικό Λεξικό (Γεωργακά)

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αρνούμαι
1 εγγραφή
αρνούμαι [arnúme] (αρνιέμαι, αρνιούμαι & αρνιώμαι) 3sg αρνείται (& αρνιέται, 3pl αρνούνται), ipf αρνιόμουν (αρνιούμουν, 3pl αρνούνταν), aor αρνήθηκα, 3sg αρνήθη (& αρνήστηκα; subj αρνηθώ & αρνηστώ; imper 2sg αρνήσου)
  • ① express the opposite of, deny, negate, contradict (syn αποφάσκω, near-syn L αναιρώ, αποκλείω 1b):
    • οι έννοιες αθάνατος, θνητός αποτελούν ένα ζεύγος, όπου η μια αρνείται την άλλη (Tatakis)
  • ② be unwilling to, refuse (one's assent to), object to (ant δέχομαι, συμφωνώ):
    • αρνείται να καταλάβει, να πολεμήσει, να συμμορφωθεί |
    • γκρίνιαζε, έβριζε κι ό,τι να του ζητούσαν, αρνιόταν (Xenop) |
    • αρνείται απολύτως να αναγνωρίσει τη λογοτεχνία των μαλλιαρών (Theotokas)
  • ⓐ refuse (to accept), turn down, decline, reject (near-syn απαρνιέμαι 1c, απορρίπτω 2, ant αποδέχομαι 2):
    • αρνείται το δώρο, την πρόσκληση, τα χρήματα |
    • δε θ' αρνηθώ ένα ποτήρι κρασί I won't say 'no' to a glass of wine |
    • την ένωση με το βασίλειο την αρνιέται η Φραγκιά (Prevelakis) |
    • σου το προξενέψαμε το κορίτσι και συ τ' αρνήθηκες (Panagiotop) |
    • του σύστησα ν' αρνηθεί το υπουργιλίκι (ChZalokostas)
  • ⓑ refuse (to give or grant), deny (near-syn στερώ):
    • πέφτει στην αγκαλιά μου και δέρνεται, σα να βυζαίνει ακόμα και σα να του αρνιώμαι το βυζί (Vlachogiannis) |
    • ένα παιδί ήθελε και της τ' αρνήστηκε ο θεός (Myriv) |
    • αρνούνται στα παιδιά τους το ευεργέτημα της αυστηρής πειθαρχίας (Vrettakos) |
    • αρνούνται στην ψυχή τους τη θρησκευτική τροφή (Tatakis)
  • ⓒ refuse to accept or acknowledge, deny, negate (ant δέχομαι):
    • αρνείται την πραγματικότητα |
    • αρνείται την ελεύθερη βούληση |
    • αρνείται την ύπαρξη του θεού |
    • εκτιμούσα τον ποιητή, αντίθετα προς άλλους που του αρνούνταν και την παραμικρή αξία (Xenop) |
    • αρνούνται την αξιολογική φύση της αλήθειας και του ψεύδους (Papanoutsos) |
    • υπάρχει μια κρίση πολιτισμού· την κρίση κανένας δεν την αρνείται (Panagiotop)
  • ⓓ deny, disclaim (ant ομολογώ, παραδέχομαι):
    • είμαι Xριστιανή, δεν τ' αρνιώμαι (Vlachogiannis) |
    • δεν αρνιούμαι πως είναι απολαυστική η αφθονία των ελβετικών νερών (Thrylos) |
    • ο υπερρεαλισμός αρνείται πως είναι τέχνη (Dimaras) |
    • poem ποτέ δεν αρνηθήκαμε την ίδια μας ευθύνη (Athanas)
  • ③ recoil, refrain, shrink (fr):
    • αρνείται το χρέος του |
    • πολλοί αρνούνται και αποφεύγουν τα δημόσια βάρη (Papatsonis)
  • ⓔ repudiate, disavow, reject, renounce, deny (syn απαρνιέμαι 3, αποκηρύσσω 2):
    • αρνείται την παράδοση, τη φιλοσοφία |
    • αρνείται τον εαυτό του |
    • αρνείται τις αστικές αξίες |
    • αρνήθηκε τον όρκο του |
    • ο δειλός φίλος τον αρνιέται πριν λαλήσει ο πετεινός (Karkavitsas) |
    • την τέχνη, την επιστήμη, τον πολιτισμό, ο πρώτος Xριστιανισμός τα αρνείται (Theodorakop) |
    • folks. βγήκε ο Σωτήρης άπιστος κι αρνήθη το βαγγέλιο (DPetrop) |
    • poem .. τον κόσμο αρνήθη, | στο μοναστήρι ντύθηκε τ' αγγελικό το σκήμα (Palam)
  • ⓕ deny the worth of, condemn, negate (syn αποκηρύσσω 1):
    • ας στηριχτούμε σ' έναν συγγραφέα, που ακόμα δεν τον αρνήθηκαν οι μεταγενέστεροι (Charis) |
    • την πρωτοποριακή ποίηση δεν την ~ |
    • η πρώτη νιότη μισεί όποιον αρνείται την ορμή της (Theotokas, adapted)
  • ④ give up on s.o. or sth, abandon, forsake, desert (syn απαρνιέμαι 2, L εγκαταλείπω):
    • αρνήθηκες το σπίτι σου (Prevelakis) |
    • folks. να σε γαπώ βαρέθηκα, να σ' αρνηθώ λυπούμαι (DPetrop) |
    • αρνήσου, γιε μου, τις ξανθές, ξανθές και μαυρομάτες |
    • poem Aυγούλα, αν δεν έλθεις, | για πάντα σε ~

[fr postmed, MG αρνούμαι bes αρνιέμαι ← PatrG, K (also pap), AG ἀρνοῦμαι]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες