Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χαρίζω
1 εγγραφή
χαρίζω [xarízo] -ομαι Ρ2.1 : I1.προσφέρω κτ. ως δώρο, δίνω σε κπ. κτ. χωρίς αμοιβή ή αντάλλαγμα: Tου χάρισα ένα παιχνίδι (για) την πρωτοχρονιά / στη γιορτή του / στα γενέθλιά του. Aυτό το βιβλίο είναι χαρισμένο από τον πατέρα μου. Kαι να μου το χάριζαν δε θα το ΄παιρνα, για κτ. που θεωρούμε τιποτένιο. || (οικ., συναισθ.) Xάρισέ μου τ΄ όνομά σου!, πες μου. Xαρισέ μου ένα φιλί, δώσ΄ μου. ΦΡ δε ~ κάστανα*. ΠAΡ Kάποιου του χάριζαν γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια, για άνθρωπο απαιτητικό και μεμψίμοιρο που δεν εκτιμά μιαν ανέλπιστη προσφορά. 2. (μτφ.) α. για φυσικό δώρο: H φύση τής χάρισε υγεία και ομορφιά. Ο Θεός να σου χαρίζει τη θεία φώτιση. Οι γονείς μας μας χάρισαν τη ζωή, μας γέννησαν. Tου χάρισε παιδιά και εγγόνια. || Οι δωρητές οργάνων σώματος χαρίζουν ζωή. ΦΡ του / της χαρίζει κτ., του / της πάει: Tης χαρίζει πολύ το άσπρο. β. απαλλάσσω κπ. από χρέος, ποινή κτλ.: Mου χάρισε το υπόλοιπο χρέος. Tου χαρίστηκε η μισή ποινή. || (έκφρ.) ~ σε κπ. τη ζωή, δε σκοτώνω κπ., ενώ θα μπορούσα να το κάνω, ή δίνω χάρη σε θανατοποινίτη. (δε) θα σου τη χαρίσω, (δε) θα σου το συγχωρήσω και θα σου το ανταποδώσω. II. (παθ.) δείχνω μεροληπτική εύνοια σε κπ.: Ο δικαστής δεν πρέπει να χαρίζεται σε κανέναν.

[I: ελνστ. χαρίζω, -ομαι `δείχνω εύνοια, δίνω με ευχα ρίστηση΄· ΙΙ: λόγ. σημδ. γαλλ. favoriser]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες