Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χαιρεκακία
1 εγγραφή
χαιρεκακία η [xerekaía] Ο25 : η χαρά που αισθάνεται κανείς, όταν υποφέρει ή δυστυχεί κάποιος άλλος.

[λόγ. < ελνστ. χαιρεκακία]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες