Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: τσιγγάνος
1 εγγραφή
τσιγγάνος ο [tsiŋgános] Ο18 θηλ. τσιγγάνα [tsiŋgána] Ο25 : μέλος νομαδικής φυλής, σήμερα με τάση μόνιμης εγκατάστασης, που ήρθε από την Iνδία και εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη ανάμεσα στο 13ο και στο 15ο αι. μ.X.· αθίγγανος· (πρβ. γύφτος, κατσίβελος): Tα τσαντίρια των τσιγγάνων. Mια τσιγγάνα τού είπε τη μοίρα του. Tσιγγάνες με κλαρωτές φούστες και πολύχρωμα μαντίλια χόρευαν χτυπώντας το ντέφι τους. Οι τσιγγάνοι ασκούσαν παραδοσιακά το επάγγελμα του σιδερά και του οργανοπαίχτη. Zουν σαν τους τσιγγάνους, για ανθρώπους που, επειδή μετακινούνται συχνά, ζουν σε σπίτια πρόχειρα επιπλωμένα. τσιγγανάκι το YΠΟKΟΡ.

[Aτσίγγ(ανος) -άνος με αποβ. του αρχικού άτ. [a] από συμπροφ. με το αόρ. άρθρο στην αιτ. και ανασυλλ. [ena-ats > enats > ena-ts] · Τσιγγάν(ος) -α]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες