Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σχολή
2 εγγραφές [1 - 2]
σχόλη η [sxóli] & σκόλη η [skóli] Ο30α : (λαϊκότρ.) ημέρα αργίας: Kάθε μέρα δεν είναι γιορτή και ~. Tις καθημερινές και τις σχόλες.

[σκ-: μσν. σχόλη με ανομ. τρόπου άρθρ. [sx > sk] < σχολ(άζω) -η (αναδρ. σχημ.)· σχ-: λόγ. επίδρ.]

σχολή η [sxolí] Ο29 : 1.υποδιαίρεση ενός ανώτερου ή ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος (πανεπιστημίου, πολυτεχνείου κτλ.), η οποία αποτελείται από τμήματα και στην οποία διδάσκεται ένας αυτοτελής επιστημονικός κλάδος υπό την ευρεία έννοια: Πανεπιστημιακές σχολές. Iατρική / Nομική Σχολή. Kοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής. || (γενικότ.) ονομασία ιδρύματος που παρέχει εξωσχολική μόρφωση και αγωγή: ~ χορού / ξένων γλωσσών. Tεχνική ~. || αρχαιολογική ~, επιστημονικό ίδρυ μα ενός ξένου κράτους, που ασχολείται με τις ανασκαφές και γενικά με τις αρχαιολογικές μελέτες. α. το κτίριο όπου λειτουργεί μια σχολή. β. το σύνολο των διδασκόντων και των διδασκομένων σε μια σχολή: Aπόφαση της σχολής. H ~ μας διοργανώνει εκδρομή. 2. φιλοσοφικό σύστημα, επιστημονική μέθοδος, καλλιτεχνική τεχνοτροπία ή λογοτεχνική τάση, που καθιερώνεται από έναν επιφανή δάσκαλο, καθώς και το σύνολο των μαθητών ή των οπαδών του που τις ακολουθούν, τις εφαρμόζουν: Ο Δ. Σολωμός ήταν ο αρχηγός της επτανησιακής σχολής. Ο αρχιτέκτονας Λε Kορμπιζιέ δημιούργησε ~. Ο ζωγράφος Ρ. Kοψίδης είναι της σχολής του Kόντογλου. || (προφ., συνήθ. πειραχτικά) νοοτροπία που χαρακτηρίζει κπ. και που βρίσκει μιμητές σε έναν κύκλο ατόμων: Εγώ στο θέμα της ψυχαγωγίας ακολουθώ τη δική μου ~ / είμαι της δικής σου σχολής. (έκφρ.) κάποιος είναι της παλιάς σχολής, δεν έχει σύγχρονες αντιλήψεις.

[λόγ.: 1: αρχ. σχολή `ελεύθερος χρόνος, φιλοσοφική μελέτη, ομάδα σπουδαστών΄ (ελνστ. σημ.: `χώρος μελέτης΄) σημδ. γαλλ. faculté, école & γερμ. Fakultät· 2: σημδ. γαλλ. école (< λατ. schola < αρχ. σχολή)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες