Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σχίσμα
4 εγγραφές [1 - 4]
σχίσμα το [sxízma] Ο48 : 1.απόσπαση από μια αναγνωρισμένη Εκκλησία και δημιουργία μιας αυτόνομης εκκλησιαστικής κοινότητας. || (ειδικότ.): Tο Σχίσμα των Εκκλησιών, η διάσπαση της χριστιανικής εκκλησίας σε Aνατολική και σε Δυτική, κατά το έτος 1054. 2. διάσπαση μιας συγκροτημένης ομάδας ατόμων, όπως π.χ. ενός κόμματος, που οφείλεται σε διαφωνίες επάνω σε θεμελιώδη ζητήματα.

[λόγ. < αρχ. σχίσμα `χώρισμα΄, ελνστ. σημ.: `διάσπαση εκκλησιαστικής ενότητας΄, σημδ.: 1: μσνλατ. schisma < ελνστ. σχίσμα· 2: γαλλ. schisme]

σχισμάδα η [sxizmáδa] & σκισμάδα η [sizmáδa] Ο26 : σχισμή.

[σκ-: μσν. σχισμάδα με ανομ. τρόπου άρθρ. [sx > sk] < σχισμ(ή) -άδα· σχ-: λόγ. επίδρ.]

σχισματιά η [sxizmatxá] Ο24 : 1.σκισιματιά. 2. σχισμή.

[λόγ. επίδρ. στο σκισματιά < αρχ. σχισματ- (σχίσμα) (ανομ. τρόπου άρθρ. [sx > sk] ) -ιά]

σχισματικός -ή -ό [sxizmatikós] Ε1 : που έχει αποσπαστεί από μια εκκλησιαστική κοινότητα: Σχισματική εκκλησία. ~ επίσκοπος. || (ως ουσ.) ο σχισματικός, αυτός που προκάλεσε ένα σχίσμα ή αυτός που είναι οπαδός ενός σχίσματος.

[λόγ. < ελνστ. σχισματικός]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες