Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μπούρδα
2 εγγραφές [1 - 2]
μπούρδα η [búrδa] Ο25α : (οικ.) λόγος ανόητος, ψευδής ή γενικά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο· (πρβ. μπαρούφα): Mη δίνεις σημασία σ΄ αυτά που λέει· μπούρδες είναι.

[ισπαν. burda `χοντροκομμένη΄, `αδέξιο ψέμα΄]

μπούρδας ο [búrδas] Ο3 (χωρίς γεν. πληθ.) : αυτός που λέει μπούρδες, αερολογίες.

[μπούρδ(α) -ας]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες