Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μέταλλο
9 εγγραφές [1 - 9]
μέταλλο το [métalo] Ο40 : 1. (χημ.) ομάδα χημικών στοιχείων που χαρακτηρίζονται από αντοχή, στιλπνότητα και μεγάλο ειδικό βάρος, είναι καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού και της θερμότητας και σχηματίζουν οξείδια, όταν έλθουν σε επαφή με το οξυγόνο. ANT αμέταλλα: Iδιότητες των μετάλλων. Πολύ κοινά μέταλλα είναι το αλουμίνιο, ο σίδηρος, ο χαλκός, ο μόλυβδος και ο ψευδάργυρος. Ραδιενεργά μέταλλα. 2. κάθε ποσότητα κατεργασμένου μετάλλου ή μείγματος μετάλλων: Bιομηχανία μετάλλου. Λιωμένο / πυρακτωμένο ~. Εργαλεία / σκεύη από ~. Εποχή των μετάλλων, ιστορική περίοδος κατά την οποία οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τα μέταλλα. Πολύτιμα μέταλλα, το χρυσάφι, το ασήμι και η πλατίνα. Kίτρινο ~, το χρυσάφι. 3. (μτφ.) δυνατός και καθαρός τόνος φωνής: Έχει φωνή ~.

[λόγ.(;) < ελνστ. μέταλλον, αρχ. σημ.: `μεταλλείο΄]

μεταλλοβιομηχανία η [metaloviomixanía] Ο25 : η βιομηχανία εξαγωγής και επεξεργασίας μετάλλων.

[λόγ. μέταλλ(ον) -ο- + βιομηχανία μτφρδ. γερμ.(;) Metallindustrie (Metall- < ελνστ. μέταλλον)]

μεταλλογνωσία η [metaloγnosía] Ο25 : επιστημονική μελέτη των μετάλλων και των κραμάτων καθώς και ο σχετικός επιστημονικός κλάδος.

[λόγ. μέταλλ(ον) -ο- + -γνωσία μτφρδ. γερμ. Metallkunde]

μεταλλογραφία η [metaloγrafía] Ο25 : 1. η τέχνη της εκτύπωσης γραμμάτων, εικόνων κτλ. χαραγμένων σε ειδική μεταλλική πλάκα. 2. η μεταλλογνωσία.

[λόγ. < γαλλ. métallographie < métallo- < ελνστ. μέταλλ(ον) -ο- + -graphie = -γραφία]

μεταλλοειδή τα [metaloiδí] Ο (βλ. Ε10) : (χημ.) χημικά στοιχεία, τα οποία με βάση τις ιδιότητές τους κατατάσσονται ανάμεσα στα μέταλλα και στα αμέταλλα.

[λόγ. < γαλλ. métalloïde < ελνστ. μέταλλ(ον) -ο- + -ide = -ειδή, ουδ. πληθ. του -ειδής]

μεταλλουργία η [metalurjía] Ο25 : το σύνολο των εργασιών, των τεχνικών εγκαταστάσεων ή των οικονομικών επιχειρήσεων που αφορούν την παραγωγή και την κατεργασία των μετάλλων: Εργοστάσιο / προϊόντα μεταλλουργίας. Aνάπτυξη / παρακμή της μεταλλουργίας. H ελληνική ~.

[λόγ. < γαλλ. métallurgie < νλατ. metallurgia < ελνστ. μεταλλουργ(ῶ) `εργάζομαι ως μεταλλουργός΄ -ie = -ία]

μεταλλουργικός -ή -ό [metalurjikós] Ε1 : που έχει σχέση με τη μεταλλουργία ή με το μεταλλουργό: Mεταλλουργικές εργασίες. Mεταλλουργικά προϊόντα.

[λόγ. < γαλλ. métallurgique < metallurg(ie) = μεταλλουρ γ(ία) -ique = -ικός]

μεταλλουργός ο [metalurγós] Ο17 : αυτός που ασχολείται με τη μεταλλουργία.

[λόγ. < ελνστ. μεταλλουργός]

μεταλλοφόρος -α -ο [metalofóros] Ε4 : (για τμήμα του εδάφους ή του υπεδάφους) που περιέχει μετάλλευμα: Mεταλλοφόρα στρώματα. Mεταλλοφόρες περιοχές.

[λόγ. μέταλλ(ον) -ο- + -φόρος μτφρδ. γαλλ. métalli fère < λατ. metallifer < ελνστ. μέταλλ(ον) + -φόρος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες