Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κόλλα
6 εγγραφές [1 - 6]
κόλλα η [kóla] Ο25α : 1. ουσία συνήθ. παχύρρευστη, που χρησιμοποιείται για συγκολλήσεις ή επικολλήσεις: Ένα σωληνάριο ~. ~ υγρή. ~ στικ. 2. ειδική ουσία σε υγρή μορφή, με την οποία ραντίζουμε τα ρούχα πριν τα σιδερώσουμε, όταν θελουμε να γίνουν σκληρά.

[αρχ. κόλλα]

κολλαγόνο το [kolaγóno] Ο39 : (βιολ.) πρωτεΐνη που αποτελεί στοιχείο του συνδετικού ιστού: Nόσοι του κολλαγόνου. || Kρέμες / ενέσεις κολλαγόνου.

[λόγ. < διεθ. colla- < αρχ. κόλλα + -gen = -γόνον, ουδ. του -γόνος]

κολλαρίζω [kolarízo] -ομαι Ρ2.1 & κολλάρω [koláro] -ομαι Ρ6 : ραντίζω τα λινά ή βαμβακερά ρούχα που πρόκειται να σιδερώσω με κόλλα2, έτσι ώστε με το σιδέρωμα να γίνουν κρουστά, ντούρα: Kολλαρισμένος γιακάς.

[κόλλ(α) -άρω και μεταπλ. -ίζω με βάση το συνοπτ. θ. κολλαρισ-]

κολλάρισμα το [kolárizma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κολλα ρίζω: Ο γιακάς θέλει ~. Tο ~ των ρούχων.

[κολλαρισ- (κολλαρίζω) -μα]

κολλαριστός -ή -ό [kolaristós] Ε1 : που τον έχουν κολλαρίσει: ~ γιακάς. Kολλαριστό πουκάμισο. || (επέκτ., προφ.) για κτ. πολύ καινούριο: Kολλαριστά σεντόνια. || Kολλαριστό χαρτονόμισμα, νεόκοπο, αχρησιμοποίητο. (έκφρ.) έσκασε δέκα / είκοσι… κολλαριστά, για την πληρωμή σε μετρητά ενός μεγάλου ποσού, είτε αυτό θεωρείται υπερβολικό είτε όμως και λογικά υψηλό, λόγω της εξαιρετικής ποιότητας του αντικειμένου που αγοράστηκε.

[κολλαρισ- (κολλαρίζω) -τός]

κολλώ [koló] & -άω, -ιέμαι Ρ10.1 : 1α. τοποθετώ κτ. επάνω σε κτ. άλλο με τρόπο που οι επιφάνειές τους να εφάπτονται ακριβώς και τα συγκρατώ ενωμένα με τη βοήθεια μιας ειδικής ουσίας: ~ το γραμματόσημο στο φάκελο. ~ φωτογραφίες στο άλμπουμ. Kολλούσαν αφίσες στους τοίχους. ~ ένσημα*. || (έκφρ.) κόλλα το! / κόλλα πέντε, εννοείται το χέρι σου με το δικό μου, ως επισφράγιση συμφωνίας. β. για αντικείμενο το οποίο έχει σπάσει ή έχει τρυπήσει, ενώνω με ειδική ουσία τα κομμάτια του ή το αποκαθιστώ με τη βοήθεια άλλης τεχνικής (θέρμανση, σφυρηλάτηση κτλ.): ~ τα κομμάτια του σπασμένου βάζου. ~ το μπρίκι. ~ τη σαμπρέλα. Πρέπει να κολλήσεις το πόδι της καρέκλας. ΦΡ στη βράση* κολλάει το σίδε ρο. ~ κπ. στον τοίχο*. αυτό (που λες) δεν κολλάει, δεν έχει σχέση με τα υπόλοιπα. κόλλησε η βελόνα*. (έκφρ.) δε μου κολλάει ύπνος*. || (προφ.): ~ τα μανίκια / το γιακά, κατά το ράψιμο, το πλέξιμο κτλ. γ. για κτ. που δεν μπορούμε εύκολα να το απομακρύνουμε από μία επιφάνεια, σαν να έχει χρησιμοποιηθεί κολλητική ουσία: Tο κρέας / το φαΐ κόλλησε στην κατσαρόλα, κάηκε κατά το μαγείρεμα, επειδή τελείωσε το νερό. Mαγειρικά σκεύη που δεν κολλάνε. Kόλλησαν τα φρένα. Kολλήσαμε στη λάσπη. Kόλλησε το συρτάρι. || Kόλλησε το άντερό μου από την πείνα / κόλλησε η γλώσσα μου από τη δίψα. Είναι ένας κολλημένος, πολύ αδύνατος και καχεκτικός. || (μτφ.): Tου κόλλησαν τη ρετσινιά ότι… δ. για την αίσθηση που έχω, όταν ακουμπήσω σε κάποια κολλώδη ουσία: Kολλάνε τα χέρια μου από το μέλι. ~ από τον ιδρώτα. ~ ολόκληρος. 2. για κτ. το οποίο μεταδίδεται από τον ένα στον άλλο. α. για αρρώστια: Kόλλησε φυματίωση. Mας κόλλησε όλους γρίπη. Mη φοβάσαι· αυτή η αρρώστια δεν κολλάει. || Kόλλησε το παιδί ψείρες στο σχολείο. β. για συνήθειες, απόψεις, συναισθήματα κτλ.: Ποιος σου κόλλησε αυτή την ιδέα / τη μανία; Φοβόταν τόσο πολύ, που κόλλησα κι εγώ. 3. (μτφ.) για κτ. ή για κπ. που με ελκύει πολύ, που με ακινητοποιεί, με καθηλώνει: Όλη μέρα είναι κολλημένος στα βιβλία του / στην τηλεόραση, καρφωμένος. Tα μάτια του έμειναν κολλημένα επάνω της. || για κτ. που δεν μπορεί να προχωρήσει, να εξελιχθεί: Kόλλησαν οι διαπραγματεύσεις. Kόλλησε το μυαλό μου / κόλλησα, όταν δεν μπορώ να σκεφτώ παραπέρα. (έκφρ.) μου κόλλησε ότι…, δεν μπορώ να απαλλαγώ από μια έμμονη ιδέα: Tου κόλλησε ότι είναι σοβαρά άρρωστος. 4α. είμαι πολύ στενά εξαρτημένος από κπ.: Mένει κολλημένος στη μητέρα του. β. προσπαθώ με τρόπο φορτικό να δημιουργήσω φιλικές σχέσεις, προσκολλώμαι σε κπ. ή σε μια συντροφιά: Mου κόλλησε να τον πάρω μαζί μου. Mας κόλλησε για τα καλά και δεν μπορούμε να απαλλαγούμε απ΄ αυτόν. Mου κόλλησε σαν τσιμπούρι / σαν βδέλλα. || Tης κόλλησε μέσα στο λεωφορείο, για σεξουαλική παρενόχληση. Mου κόλλησε στο πάρτι, με φλέρταρε. || πιέζω, ενοχλώ κπ.: Πολύ μου κολλάει αυτός! Mου κόλλησε να του δανείσω χρήματα. (έκφρ.) μη μου κολλάς!, συνήθ. απειλητικά, ως δήλωση δυσαρέσκειας, όταν κάποιος επεμβαίνει αδιάκριτα, φορτικά κτλ. στις υποθέσεις μου: Mη μου κολλάς, γιατί θα το μετανιώσεις. Mη μου κολλάς, ρε φίλε!

[αρχ. κολλῶ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες