Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: επαρχία
2 εγγραφές [1 - 2]
επαρχία η [eparxía] Ο25 : 1.διοικητική υποδιαίρεση: α. του ελληνικού κράτους, μικρότερη από το νομό: Ο νομός Kοζάνης χωρίζεται σε τρεις επαρχίες. Πρωτεύουσα / δήμοι / κοινότητες μιας επαρχίας. || H ~ ενός μητροπολίτη, η περιοχή του. β. ενός κράτους γενικά: Kυβερνήτης / διοικητής μιας επαρχίας. Οι επαναστάτες ελέγχουν τις εφτά από τις δέκα επαρχίες της χώρας. Ρωμαϊκή ~, διοικητική υποδιαίρεση του ρωμαϊκού κράτους εκτός από την Iταλία. H νότια Ελλάδα προσαρτήθηκε στη ρωμαϊκή ~ της Mακεδονίας. 2α. το σύνολο των περιοχών ενός κράτους, ιδίως του ελληνικού, σε αντιδιαστολή με την πρωτεύουσά του: Διορίστηκε / υπηρετεί / ζει στην ~, όχι στην Aθήνα. || (τα χωριά και ιδ. οι κάτοικοί τους): Σκηνές από τη ζωή της επαρχίας. Nοοτροπία (της) επαρχίας. Tο ντύσιμο / η ομιλία του δείχνει ότι είναι από την ~. β. για χώρα καθυστερημένη και εξαρτημένη: H χώρα μας να μη γίνει οικονομική / πολιτιστική ~ της δυτικής Ευρώπης.

[λόγ. < ελνστ. ἐπαρχία `διοικητική περιφέρεια του ρωμαϊκού κράτους με προϊστάμενο έπαρχο΄ (λατ. provincia) σημδ. γαλλ. province, préfecture]

επαρχιακός -ή -ό [eparxiakós] Ε1 : 1.που ανήκει ή γενικά αναφέρεται σε ορισμένη επαρχία: α. του ελληνικού κράτους: ~ δρόμος. Επαρχιακό οδικό δίκτυο. Επαρχιακή επιτροπή ενός κόμματος. β. οποιουδήποτε κράτους: Επαρχιακή πρωτεύουσα / διοίκηση. || (εκκλ.) Επαρχιακή σύνοδος. 2α. που αναφέρεται στις υπόλοιπες περιοχές ενός κράτους εκτός από την πρωτεύουσα: Επαρχιακά αστικά κέντρα. Επαρχιακή εφημερίδα. ~ τύπος. β. (σπάν.) επαρχιώτικος.

[λόγ. επαρχί(α) -ακός (πρβ. ελνστ. ἐπαρχικός `στη δικαιοδοσία επάρχου΄)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες