Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γητεύω
1 εγγραφή
γητεύω [jitévo] -ομαι Ρ5.2 : (λαϊκότρ.) κάνω γητειές· προκαλώ ή αποτρέπω ένα κακό με μαγικά μέσα. || γοητεύω, μαγεύω: Mε γήτεψαν τα μάτια της. Tα φίδια ανασηκώθηκαν σαν γητεμένα από την αρμονία.

[μσν. γητεύω < αρχ. γοητεύω `μαγεύω΄, ίσως με ανάπτ. [j] για αποφυγή της χασμ.: γογητεύω και νέα διαίρεση σε (ε)γώ γητεύω ή απλολ. [γoji > ji] (σύγκρ. διδάσκαλος > δάσκαλος)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες