Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αποσπασματάρχης
1 εγγραφή
αποσπασματάρχης ο [apospazmatárxis] Ο10 : (στρατ.) διοικητής αποσπάσματος.

[λόγ. αποσπασματ- (απόσπασμα)2 + -άρχης μτφρδ. γαλλ. chef de détachement]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες