Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: απομαραίνω
1 εγγραφή
απομαραίνω [apomaréno] -ομαι Ρ7.1 : μαραίνω εντελώς: Aπομαράθηκαν τα λουλούδια.

[απο- μαραίνω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες