Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αντιβουίζω
1 εγγραφή
αντιβουίζω [andivuízo] Ρ2.1α : αντηχώ, αντιλαλώ.

[αντι- βουίζω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες