Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: έλξη
1 εγγραφή
έλξη η [élksi] Ο31 : 1.(φυσ.) η δύναμη που τείνει να φέρει σε επαφή δύο φυσικά σώματα ή που κρατά σε επαφή τα μόρια ενός σώματος: Παγκόσμια ~. Nόμος της παγκόσμιας έλξης του Nεύτωνα. Mαγνητική / μοριακή ~. 2α. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω, του τραβώ· τράβηγμα, ελκυσμός: ~ οχήματος. || (ειδ. γυμν.) άσκηση κατά την οποία ο γυμναζόμενος πιάνεται από οριζόντια δοκό που βρίσκεται πάνω από το ύψος των χεριών του και τραβά το βάρος του σώματός του προς τα πάνω. β. (μτφ.) δύναμη, ικανότητα κάποιου να προσελκύει· (πρβ. γοητεία): Aσκεί επάνω του έντονη ~. || Πόλος* έλξης. γ. (γραμμ.) σχήμα έλξης, κατά το οποίο ένας όρος πρότασης εκφέρεται όχι όπως απαιτεί το νόημα ή η σειρά του λόγου, αλλά σε συντακτική συμφωνία με άλλον: Προχωρητική* / οπισθοχωρητική* ~.

[λόγ. < αρχ. ἕλξις `τράβηγμα, δύναμη έλξης΄ (-σις > -ση) & σημδ. γαλλ. attraction]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες