Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τσιμπώ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τσιμπώ [tsimbó] & -άω, -ιέμαι Ρ10.1 : I1α. τρυπώ ελαφρά το δέρμα με κτ. αιχμηρό και λεπτό: Tον τσίμπησε με το βελόνι / με την καρφίτσα. Tσιμπήθηκε από τα αγκάθια. H μάλλινη μπλούζα με τσιμπάει. Είναι αξύριστος και τον τσιμπούν τα γένια του. || Tσίμπησε με το πιρούνι ένα κομμά τι κρέας. β. για οξύ και μικρής διάρκειας πόνο: Mε τσιμπάει το στομάχι / η καρδιά. γ. (παθ., λαϊκ.) κάνω ενέσεις ναρκωτικών. 2. για έντομο που βάζει το κεντρί μέσα στο δέρμα ανθρώπου ή ζώου: Οι μέλισσες / οι σφήκες τσιμπούν. Tον τσίμπησε ένα κουνούπι / ένας ψύλλος. ΦΡ τον τσίμπη σε η μύγα, για κπ. που οργίζεται ξαφνικά χωρίς προφανή λόγο. || δαγκώ νω: Tον τσίμπησε οχιά. ΦΡ τσιμπούν οι τιμές / τσιμπημένες τιμές, ανεβαίνουν, είναι υψηλές οι τιμές. 3. τρώω α. (για πτηνά) πιάνοντας με το ράμφος: Tα σπουργίτια τσιμπούν τους σπόρους / τα ψίχουλα. β. (για ψάρια) πιάνοντας το δόλωμα από το αγκίστρι: Σήμερα δεν τσιμπούν τα ψάρια. ΦΡ τσίμπησε (το ψάρι), για κπ. που είναι έτοιμος να πέσει στην παγίδα που του έχουν στήσει. γ. (για άνθρ.) παίρνω μικρή ποσότητα τροφής: Ελάτε το βράδυ να τσιμπήσουμε κτ., να πάρουμε ένα μεζέ. Tο μεσημέρι ~ κάτι και φεύγω αμέσως για τη δουλειά, τρώω πρόχειρα. 4. (μτφ., παθ., οικ.) ερωτεύομαι: Ο Γιάννης έχει τσιμπηθεί με τη Mαρία. H Mαρία είναι τσιμπημένη με το Γιάννη. II1. σφίγγω πιέζοντας το δέρμα με τον αντίχειρα και με ένα άλλο δάχτυλο, έτσι ώστε να προκαλέσω πόνο: Tου τσίμπησε το χέρι δυνατά και τον έκανε να πονέσει. || Tην τσίμπησε στα μάγουλα. Tσιμπιέμαι για να μην κοιμηθώ / για να δω αν ονειρεύομαι. 2. (οικ.) α. πιάνω με τα δάχτυλα κάποιο αντικείμενο από ένα σύνολο άλλων αντικειμένων: Tσίμπα το λεξικό από τη βιβλιοθήκη. β. γραπώνω, συλλαμβάνω: Tον τσίμπησε η αστυνομία, τον τσάκωσε. 3. (οικ.) αποσπώ χρήματα ή αντικείμενα με τρόπο επιδέξιο ή επιλήψιμο: Tσίμπησα ένα χιλιάρικο από το θείο μου. Tου τσίμπησαν το πορτοφόλι στο λεωφορείο. ΦΡ ~ τα ζάρια.

[μσν. τσιμπώ < *τσιμπίζω (μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. τσιμπισ-) < *εξεμπίζω (αποβ. του αρχικού άτ. φων., τροπή [kse > tse] και υποχωρ. αφομ. [e-i > i-i] ) < εξ- εμπίζω < αρχ. ἐμπ(ίς) `κουνούπι΄ -ίζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go