Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πάσχω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πάσχω [pásxo] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : 1α. υποφέρω από κάποια χρόνια ή μακροχρόνια κυρίως ασθένεια: Πάσχει από μεσογειακή αναιμία / από την καρδιά του. || (χλευ.) για κπ. που τον θεωρούμε τρελό: Σαν να μου φαίνεται ότι πάσχει λίγο ο συγκάτοικός σου. β. υποφέρω ψυχικά, στενοχωρούμαι πολύ: ~ όταν βλέπω παιδιά να πεινούν. Πάσχει αλλά δεν εκδηλώνει τον πόνο του. Δίκαια πάσχει, για κπ. που υφίσταται τις συνέπειες των δικών του σφαλμάτων. 2. για κτ. που παρουσιάζει χρόνια προβλήματα και αδυναμίες: H παιδεία μας πάσχει. || Πάσχουμε στον τομέα των εξαγωγών, υστερούμε.

[λόγ. < αρχ. πάσχω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πάσχων -ουσα -ον [pásxon] Ε12 : (λόγ.) που πάσχει, που υποφέρει από κτ.: Οι πάσχοντες συνάνθρωποί μας. Tο πάσχον μέλος / όργανο, που έχει προσβληθεί από κάποια νόσο. || (ως ουσ.) ο πάσχων: Οι πάσχοντες από χρόνια νοσήματα. || (στην τέχνη): Ο Xριστός ~, ο Εσταυρωμένος με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό.

[λόγ. < αρχ. πάσχων μεε. του πάσχω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go