Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νοικιάζω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νοικιάζω [nikázo] -ομαι Ρ2.1 : 1.(ενεργ., για πρόσ.) α. παραχωρώ σε κπ. τη χρήση ακίνητου ή κινητού πράγματος που μου ανήκει, για ορισμένο χρόνο έναντι χρηματικού ποσού, του ενοικίου· εκμισθώνω. ANT ξενοικιάζω: ~ το σπίτι μου / το χωράφι μου. Έχει γραφείο που νοικιάζει αυτοκίνητα. β. αποκτώ το δικαίωμα να χρησιμοποιώ ένα ακίνητο ή κινητό πράγμα, για ορισμένο χρόνο έναντι ενοικίου· μισθώνω: Zητώ να νοικιάσω διαμέρισμα. 2. (παθ., για πράγμα) προσφέρομαι για χρήση με ενοίκιο: Nοικιάζονται δωμάτια σε παραθεριστές. Zει σε νοικιασμένο σπίτι. Στο γάμο της φόρεσε νοικιασμένο νυφικό, δεν έραψε δικό της.

[μσν. νοικιάζω (και στις δύο σημ.) < ελνστ. ἐνοικιάζω `προσφέρω για νοίκι΄ με αποβ. του αρχικού άτ. φων.]

[Λεξικό Κριαρά]
νοικιάζω,
βλ. ενοικιάζω.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go