Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ενθουσιάζω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενθουσιάζω [enθusiázo] -ομαι Ρ2.1 : 1.προκαλώ σε κπ. ενθουσιασμό· (πρβ. χαροποιώ, ευχαριστώ, ικανοποιώ): H επιτυχία του ενθουσίασε τους φίλους και λύπησε τους αντιπάλους του. H πρότασή σας δε με ενθουσιάζει, αλλά είμαι υποχρεωμένος να τη δεχτώ. || (παθ.) περιέρχομαι σε κατάσταση ενθουσιασμού: Οι θεατές, ενθουσιασμένοι με την έξοχη ερμηνεία των ηθοποιών, χειροκροτούσαν. 2. προκαλώ έξαρση ψυχικών δυνάμεων (θάρρους, πίστης κτλ.) και διάθεσης για δράση, για τολμηρές πράξεις κτλ.· (πρβ. ενθαρρύνω, εμψυχώνω): H εμφάνισή του ενθουσίασε τους στρατιώτες. || Ενθουσιασμένοι ξεκίνησαν για νέους αγώνες.

[λόγ. < αρχ. ἐνθουσιάζω `κατέχομαι από ενθουσιασμό, βρίσκομαι σε έκσταση΄ & κατά τις σημ. της λ. ενθουσιασμός & μέσο κατά το γαλλ. s΄enthousiasmer < enthousiasme < αρχ. ἐνθουσιασμός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go