Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ταρακουνώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ταρακουνώ [tarakunó] & -άω, -ιέμαι Ρ10.1 : (οικ.) 1. κουνάω κπ. ή κτ. πολύ δυνατά: Tον έπιασε από τους ώμους και τον ταρακούνησε. Tο σπίτι ταρακουνήθηκε συθέμελα από το σεισμό. Είχε φουρτούνα και μας ταρα κούνησε το καράβι. 2. (μτφ.) α. κλονίζω: Ούτε οι απεργίες, ούτε ο πληθωρισμός μπόρεσαν να ταρακουνήσουν την κυβέρνηση. β. συγκλονίζω κπ., τον κάνω να συνειδητοποιήσει κτ.: Mε το άρθρο του για τη ρύπανση του περιβάλλοντος κατόρθωσε να ταρακουνήσει τον ανυποψίαστο πολίτη.

[συμφυρ. ταρά(ζω) + κουνώ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες