Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πωματίζω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πωματίζω [pomatízo] -ομαι Ρ2.1 : (λόγ.) κλείνω κτ. με πώμα.

[λόγ. < ελνστ. πωματίζω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες