Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αποτελειώνω
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αποτελειώνω [apotelióno & apotelóno] -ομαι Ρ1 : 1.ολοκληρώνω κτ. που έχω αρχίσει, το τελειώνω εντελώς: Δεν πρόλαβα να αποτελειώσω τη δουλειά μου. Δεν είχε χρήματα να αποτελειώσει το σπίτι του. || H πυρκαγιά αποτελείωσε το καταστρεπτικό έργο του σεισμού. 2. (μτφ.) προκαλώ την πλήρη και οριστική καταστροφή ή εξουθένωση κάποιου, δίνω τη χαριστική βολή: H αεροπορία αποτελείωσε τα απομεινάρια του εχθρικού στρατού. Mε ένα τελευταίο δυνατό χτύπημα τον αποτέλειωσε, τον σκότωσε. Tον χτύπησε κι άλλη συμφορά που τον αποτέλειωσε. ~ κπ. στο ξύλο, τον δέρνω πάρα πολύ.

[μσν. αποτελειώνω < απο- τελειώνω και με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. (διαφ. το ελνστ. ἀποτελειῶ `φέρνω σε ωριμότητα΄)]

[Λεξικό Κριαρά]
αποτελειώνω.
  • Α´ Mτβ.
    • 1) Tακτοποιώ:
      • τσ’ ανθρώπους αποτέλειωσεν οπού ’χεν για την χρείαν (Aχέλ. 825).
    • 2) Σκοτώνω, εξολοθρεύω:
      • τους Aγαρηνούς θέλει ν’ αποτελειώσει (Tζάνε, Kρ. πόλ. 38112).
  • Β´ (Aμτβ.) ξεψυχώ, πεθαίνω:
    • (Παλαμήδ., Bοηβ. 1333).

[<πρόθ. από + τελειώνω. Πβ. παλαιότ. τελειόω (5. αι., Lampe· αρχ. όομαι και τελεόω, DGE, λ. όω. H λ. στο Bλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποτελειώνω [apoteljóno] ipf αποτελείωνα, (& αποτέλειωνα), aor αποτελείωσα (& αποτέλειωσα; subj αποτελειώσω), pf & plupf έχω-είχα αποτελειώσει (& αποτελειωμένο), mediop αποτελειώνομαι, aor αποτελειώθηκα, pf & plupf έχω-είχα αποτελειωθεί
  • Ⓐ trans
  • ① finish, end (syn ξετελεύω, τελειώνω):
    • gnom οι θεοί αποτελειώνουν πολλά πράγματα κόντρα στη δική μας προσδοκία (Vrettakos) |
    • πολλοί αποτελείωναν τη ζωή τους στα μοναστήρια (Ouranis)
  • ⓐ bring to completion, finish, conclude (syn αποπερατώνω, αποσώνω A2, αποτελεύω 1, συμπληρώνω, τελειώνω):
    • αποτέλειωσαν το καράβι, το μέγαρο, το τείχος |
    • αποτέλειωσε το βιβλίο, την ιστορία, το ποίημα |
    • αποτέλειωσε το μάθημα, τις μελέτες του |
    • ~ την απάντηση, την προσπάθεια, τη σκέψη μου |
    • ~ |
    • αποτέλειωσε την εμπορική σχολή he completed his studies in business school, he finished business school (syn τέλειωσε) |
    • και ότι είχε αποτελειωμένα τα λόγια της η θεά, οι δικοί μας εκάνανε φοβερές φωνές (Solom) |
    • το είχε πάρει απόφαση να τον αποτελειώσει το δρόμο, να μην απομείνει μεσοστρατίς (Panagiotop) |
    • ό,τι άρχισε με τον Έγελο, αποτελειώθηκε από τον Mαρξ (Theodorakop) |
    • ο εκδωρισμός της Pόδου έχει από πολύν καιρό αποτελειωθεί (Karouzos)
  • ⓑ give the final touch to, make complete (syn αποσώνω A2b, αποτελεύω 1b, συμπληρώνω):
    • αποτελειώνει την καταστροφή |
    • το πάθος του κυνηγιού αποτελείωσε την κρυάδα που 'χε ριχτεί στην αγάπη μου (Kondylakis) |
    • την ευδαιμονία της αρχαϊκής ακεραιότητας την αποτελείωνε το αρχαϊκό χαμόγελο (Karouzos) |
    • έχτισε το ναό, αλλά δεν πρόλαβε να τον αποτελειώσει (Kanellop) |
    • απουσιάζει το στοιχείο, που μπορεί να αποτελειώσει τον ορισμό (Papanoutsos)
  • ② consume to the end, finish up (syn αποσώνω A3, τελειώνω):
    • αποτέλειωσε το δείπνο, τον καφέ, το πρόγευμα, τη σούπα του |
    • αρπάζει τη λιχουδιά και πάει αλλού να την αποτελειώσει (Zappas)
  • ⓒ finish off, destroy, kill off (syn αποσώνω A3b, αποτελεύω 2):
    • αποτελειώνει τον άρρωστο, το ζώο, τον λαβωμένο |
    • τον τρίτο μήνα ήρθε ένας τύφος και τον αποτελείωσε (Papantoniou) |
    • του ξαναμπήγει το μαχαίρι στην καρδιά, να τον αποτελειώσει (Petsalis) |
    • ζήτησαν ν' αποτελειώσουν τους σταυρωμένους, σπάζοντας τα γόνατά τους (MNikolaidis) |
    • ο όχλος αποτελείωνε με πέτρες τα θύματα (Tsirkas)
  • ③ put the finishing touches on, finish (syn τελειώνω):
    • αποτέλειωσε τη μάσκα της |
    • folks. .. σου ράβγουνε τα ρούχα σου στην Πόλη | και σου τ' αποτελειώνουνε σαρανταδυό μαστόροι (DPetrop)
  • ⓓ make complete, complete, fulfil (syn εκπληρώνω, ξετελεύω, ολοκληρώνω):
    • να προσπαθείτε ν' αποτελειώνετε τα θελήματα εκείνου (Theodorakop, transl of Plato) |
    • επισημαίνει τα ειδικά γνωρίσματα της καλαισθησίας, που έρχονται να προστεθούν στις αρχικές καταβολές της, για να την αποτελειώσουν (Papanoutsos)
  • Ⓑ intr
  • ④ say in conclusion, finish one's words, finish speaking (syn αποσώνω B1b, καταλήγω, ξετελεύω, τελειώνω):
    • "να τους γκρεμίσεις απ' τη σκάλα," αποτελείωσε ο B. (Nirvanas)
  • ⑤ come to an end, finish, be completed (syn αποσώνομαι B2, τελειώνω):
    • σαν αποτέλειωσαν τα λιομαζώματα, γυρίσαμε απ' το χωράφι (Myriv) |
    • αποτελείωσε το μυστήριο κ' έληξε η ιστορία (Psathas) |
    • περιμένει ν' αποτελειώσουν σιγά σιγά οι σχετικές εργασίες από άλλους (Karouzos)
  • ⓔ mi αποτελειώνομαι become completed, fulfilled, or accomplished, mature (syn ολοκληρώνομαι):
    • η γνώση αποτελειώνεται με τη νόηση (Papanoutsos) |
    • ο φόβος αποτελειώνεται με τη φυγή (id.) |
    • ο γραφειοκράτης πλάθεται σιγά σιγά, αποτελειώνεται, ωριμάζει κι όταν σαπίσει, παίρνει σύνταξη (Panagiotop)

[fr postmed, MG αποτελειώνω ← PatrG ← K, AG ἀποτελειῶ (-όω)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες