Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: απονυχτερεύω
1 εγγραφή
[Λεξικό Γεωργακά]
απονυχτερεύω [aponixterévo]
  • spend the night (syn L διανυκτερεύω, syn phr περνώ τη νύχτα):
    • πάει ν' απονυχτερέψει με του Xουσεΐνη το χαρέμι (Eftaliotis)

[fr K ἀπονυκτερεύω, cpd w. νυκτερεύω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες