Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Συμπόσιον (209e-212c)


Ταῦτα μὲν οὖν τὰ ἐρωτικὰ ἴσως, ὦ Σώκρατες, κἂν σὺ [210a] μυηθείης· τὰ δὲ τέλεα καὶ ἐποπτικά, ὧν ἕνεκα καὶ ταῦτα ἔστιν, ἐάν τις ὀρθῶς μετίῃ, οὐκ οἶδ᾽ εἰ οἷός τ᾽ ἂν εἴης. ἐρῶ μὲν οὖν, ἔφη, ἐγὼ καὶ προθυμίας οὐδὲν ἀπολείψω· πειρῶ δὲ ἕπεσθαι, ἂν οἷός τε ᾖς. δεῖ γάρ, ἔφη, τὸν ὀρθῶς ἰόντα ἐπὶ τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἄρχεσθαι μὲν νέον ὄντα ἰέναι ἐπὶ τὰ καλὰ σώματα, καὶ πρῶτον μέν, ἐὰν ὀρθῶς ἡγῆται ὁ ἡγούμενος, ἑνὸς αὐτὸν σώματος ἐρᾶν καὶ ἐνταῦθα γεννᾶν λόγους καλούς, ἔπειτα δὲ αὐτὸν κατανοῆσαι ὅτι τὸ κάλλος [210b] τὸ ἐπὶ ὁτῳοῦν σώματι τῷ ἐπὶ ἑτέρῳ σώματι ἀδελφόν ἐστι, καὶ εἰ δεῖ διώκειν τὸ ἐπ᾽ εἴδει καλόν, πολλὴ ἄνοια μὴ οὐχ ἕν τε καὶ ταὐτὸν ἡγεῖσθαι τὸ ἐπὶ πᾶσιν τοῖς σώμασι κάλλος· τοῦτο δ᾽ ἐννοήσαντα καταστῆναι πάντων τῶν καλῶν σωμάτων ἐραστήν, ἑνὸς δὲ τὸ σφόδρα τοῦτο χαλάσαι καταφρονήσαντα καὶ σμικρὸν ἡγησάμενον· μετὰ δὲ ταῦτα τὸ ἐν ταῖς ψυχαῖς κάλλος τιμιώτερον ἡγήσασθαι τοῦ ἐν τῷ σώματι, ὥστε καὶ ἐὰν ἐπιεικὴς ὢν τὴν ψυχήν τις κἂν σμικρὸν ἄνθος [210c] ἔχῃ, ἐξαρκεῖν αὐτῷ καὶ ἐρᾶν καὶ κήδεσθαι καὶ τίκτειν λόγους τοιούτους καὶ ζητεῖν, οἵτινες ποιήσουσι βελτίους τοὺς νέους, ἵνα ἀναγκασθῇ αὖ θεάσασθαι τὸ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασι καὶ τοῖς νόμοις καλὸν καὶ τοῦτ᾽ ἰδεῖν ὅτι πᾶν αὐτὸ αὑτῷ συγγενές ἐστιν, ἵνα τὸ περὶ τὸ σῶμα καλὸν σμικρόν τι ἡγήσηται εἶναι· μετὰ δὲ τὰ ἐπιτηδεύματα ἐπὶ τὰς ἐπιστήμας ἀγαγεῖν, ἵνα ἴδῃ αὖ ἐπιστημῶν κάλλος, καὶ βλέπων πρὸς [210d] πολὺ ἤδη τὸ καλὸν μηκέτι τὸ παρ᾽ ἑνί, ὥσπερ οἰκέτης, ἀγαπῶν παιδαρίου κάλλος ἢ ἀνθρώπου τινὸς ἢ ἐπιτηδεύματος ἑνός, δουλεύων φαῦλος ᾖ καὶ σμικρολόγος, ἀλλ᾽ ἐπὶ τὸ πολὺ πέλαγος τετραμμένος τοῦ καλοῦ καὶ θεωρῶν πολλοὺς καὶ καλοὺς λόγους καὶ μεγαλοπρεπεῖς τίκτῃ καὶ διανοήματα ἐν φιλοσοφίᾳ ἀφθόνῳ, ἕως ἂν ἐνταῦθα ῥωσθεὶς καὶ αὐξηθεὶς κατίδῃ τινὰ ἐπιστήμην μίαν τοιαύτην, ἥ ἐστι καλοῦ [210e] τοιοῦδε. πειρῶ δέ μοι, ἔφη, τὸν νοῦν προσέχειν ὡς οἷόν τε μάλιστα. ὃς γὰρ ἂν μέχρι ἐνταῦθα πρὸς τὰ ἐρωτικὰ παιδαγωγηθῇ, θεώμενος ἐφεξῆς τε καὶ ὀρθῶς τὰ καλά, πρὸς τέλος ἤδη ἰὼν τῶν ἐρωτικῶν ἐξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστὸν τὴν φύσιν καλόν, τοῦτο ἐκεῖνο, ὦ Σώκρατες, οὗ δὴ ἕνεκεν καὶ οἱ ἔμπροσθεν πάντες πόνοι ἦσαν, πρῶτον μὲν [211a] ἀεὶ ὂν καὶ οὔτε γιγνόμενον οὔτε ἀπολλύμενον, οὔτε αὐξανόμενον οὔτε φθίνον, ἔπειτα οὐ τῇ μὲν καλόν, τῇ δ᾽ αἰσχρόν, οὐδὲ τοτὲ μέν, τοτὲ δὲ οὔ, οὐδὲ πρὸς μὲν τὸ καλόν, πρὸς δὲ τὸ αἰσχρόν, οὐδ᾽ ἔνθα μὲν καλόν, ἔνθα δὲ αἰσχρόν, ὡς τισὶ μὲν ὂν καλόν, τισὶ δὲ αἰσχρόν· οὐδ᾽ αὖ φαντασθήσεται αὐτῷ τὸ καλὸν οἷον πρόσωπόν τι οὐδὲ χεῖρες οὐδὲ ἄλλο οὐδὲν ὧν σῶμα μετέχει, οὐδέ τις λόγος οὐδέ τις ἐπιστήμη, οὐδέ που ὂν ἐν ἑτέρῳ τινι, οἷον ἐν ζώῳ ἢ ἐν γῇ ἢ ἐν οὐρανῷ [211b] ἢ ἔν τῳ ἄλλῳ, ἀλλ᾽ αὐτὸ καθ᾽ αὑτὸ μεθ᾽ αὑτοῦ μονοειδὲς ἀεὶ ὄν, τὰ δὲ ἄλλα πάντα καλὰ ἐκείνου μετέχοντα τρόπον τινὰ τοιοῦτον, οἷον γιγνομένων τε τῶν ἄλλων καὶ ἀπολλυμένων μηδὲν ἐκεῖνο μήτε τι πλέον μήτε ἔλαττον γίγνεσθαι μηδὲ πάσχειν μηδέν. ὅταν δή τις ἀπὸ τῶνδε διὰ τὸ ὀρθῶς παιδεραστεῖν ἐπανιὼν ἐκεῖνο τὸ καλὸν ἄρχηται καθορᾶν, σχεδὸν ἄν τι ἅπτοιτο τοῦ τέλους. τοῦτο γὰρ δή ἐστι τὸ ὀρθῶς ἐπὶ [211c] τὰ ἐρωτικὰ ἰέναι ἢ ὑπ᾽ ἄλλου ἄγεσθαι, ἀρχόμενον ἀπὸ τῶνδε τῶν καλῶν ἐκείνου ἕνεκα τοῦ καλοῦ ἀεὶ ἐπανιέναι, ὥσπερ ἐπαναβασμοῖς χρώμενον, ἀπὸ ἑνὸς ἐπὶ δύο καὶ ἀπὸ δυοῖν ἐπὶ πάντα τὰ καλὰ σώματα, καὶ ἀπὸ τῶν καλῶν σωμάτων ἐπὶ τὰ καλὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ ἀπὸ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπὶ τὰ καλὰ μαθήματα, καὶ ἀπὸ τῶν μαθημάτων ἐπ᾽ ἐκεῖνο τὸ μάθημα τελευτῆσαι, ὅ ἐστιν οὐκ ἄλλου ἢ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ καλοῦ μάθημα, καὶ γνῷ αὐτὸ τελευτῶν ὃ ἔστι [211d] καλόν. ἐνταῦθα τοῦ βίου, ὦ φίλε Σώκρατες, ἔφη ἡ Μαντινικὴ ξένη, εἴπερ που ἄλλοθι, βιωτὸν ἀνθρώπῳ, θεωμένῳ αὐτὸ τὸ καλόν. ὃ ἐάν ποτε ἴδῃς, οὐ κατὰ χρυσίον τε καὶ ἐσθῆτα καὶ τοὺς καλοὺς παῖδάς τε καὶ νεανίσκους δόξει σοι εἶναι, οὓς νῦν ὁρῶν ἐκπέπληξαι καὶ ἕτοιμος εἶ καὶ σὺ καὶ ἄλλοι πολλοί, ὁρῶντες τὰ παιδικὰ καὶ συνόντες ἀεὶ αὐτοῖς, εἴ πως οἷόν τ᾽ ἦν, μήτ᾽ ἐσθίειν μήτε πίνειν, ἀλλὰ θεᾶσθαι μόνον καὶ συνεῖναι. τί δῆτα, ἔφη, οἰόμεθα, εἴ τῳ γένοιτο [211e] αὐτὸ τὸ καλὸν ἰδεῖν εἰλικρινές, καθαρόν, ἄμεικτον, ἀλλὰ μὴ ἀνάπλεων σαρκῶν τε ἀνθρωπίνων καὶ χρωμάτων καὶ ἄλλης πολλῆς φλυαρίας θνητῆς, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ θεῖον καλὸν δύναιτο μονοειδὲς κατιδεῖν; ἆρ᾽ οἴει, ἔφη, φαῦλον βίον [212a] γίγνεσθαι ἐκεῖσε βλέποντος ἀνθρώπου καὶ ἐκεῖνο ᾧ δεῖ θεωμένου καὶ συνόντος αὐτῷ; ἢ οὐκ ἐνθυμῇ, ἔφη, ὅτι ἐνταῦθα αὐτῷ μοναχοῦ γενήσεται, ὁρῶντι ᾧ ὁρατὸν τὸ καλόν, τίκτειν οὐκ εἴδωλα ἀρετῆς, ἅτε οὐκ εἰδώλου ἐφαπτομένῳ, ἀλλὰ ἀληθῆ, ἅτε τοῦ ἀληθοῦς ἐφαπτομένῳ· τεκόντι δὲ ἀρετὴν ἀληθῆ καὶ θρεψαμένῳ ὑπάρχει θεοφιλεῖ γενέσθαι, καὶ εἴπέρ τῳ ἄλλῳ ἀνθρώπων ἀθανάτῳ καὶ ἐκείνῳ;
[212b] Ταῦτα δή, ὦ Φαῖδρέ τε καὶ οἱ ἄλλοι, ἔφη μὲν Διοτίμα, πέπεισμαι δ᾽ ἐγώ· πεπεισμένος δὲ πειρῶμαι καὶ τοὺς ἄλλους πείθειν ὅτι τούτου τοῦ κτήματος τῇ ἀνθρωπείᾳ φύσει συνεργὸν ἀμείνω Ἔρωτος οὐκ ἄν τις ῥᾳδίως λάβοι. διὸ δὴ ἔγωγέ φημι χρῆναι πάντα ἄνδρα τὸν Ἔρωτα τιμᾶν, καὶ αὐτὸς τιμῶ τὰ ἐρωτικὰ καὶ διαφερόντως ἀσκῶ, καὶ τοῖς ἄλλοις παρακελεύομαι, καὶ νῦν τε καὶ ἀεὶ ἐγκωμιάζω τὴν δύναμιν καὶ ἀνδρείαν τοῦ Ἔρωτος καθ᾽ ὅσον οἷός τ᾽ εἰμί. [212c] τοῦτον οὖν τὸν λόγον, ὦ Φαῖδρε, εἰ μὲν βούλει, ὡς ἐγκώμιον εἰς Ἔρωτα νόμισον εἰρῆσθαι, εἰ δέ, ὅτι καὶ ὅπῃ χαίρεις ὀνομάζων, τοῦτο ὀνόμαζε.


Λοιπόν, Σωκράτη, στη γνώση του φαινομένου του έρωτα ως αυτό το επίπεδο, θα μπορούσες κι εσύ [210a] να μυηθείς· αλλά για την τέλεια μύηση και την αποκαλυπτική θέαση, για χάρη των οποίων γίνεται και η προκαταρκτική κατήχηση, αν τις επιδιώξει κανείς ακολουθώντας την ορθή μέθοδο, δεν είμαι σίγουρη αν θ᾽ αποδειχτείς αρκετός. Πάντως εγώ, μου είπε, θα τα εκθέσω, και δε θα ᾽χεις κανένα παράπονο για την προθυμία μου· και βάλε τα δυνατά σου να με παρακολουθήσεις, αν σου το επιτρέπουν οι δυνάμεις σου. Δηλαδή απαιτείται, μου είπε, αυτός που παίρνει το σωστό δρόμο για να πετύχει αυτό τον σκοπό, ν᾽ αρχίζει από νεανική ηλικία ν᾽ αναζητά τα ωραία σώματα, και, στην πρώτη φάση, αν ο καθοδηγητής του τον καθοδηγεί σωστά, να γίνει εραστής ενός σώματος και σ᾽ αυτό να γεννήσει ωραίες ιδέες· στην επόμενη φάση να κατανοήσει από μόνος του ότι το κάλλος [210b] που στολίζει το κάθε σώμα μοιάζει σαν αδέρφι με το κάλλος που στολίζει κάποιο άλλο σώμα· κι αν οφείλουμε να θηρεύουμε το κάλλος της μορφής, θα ᾽μασταν πολύ ανόητοι αν δεν θεωρούμε ως ένα και το αυτό το κάλλος που στολίζει όλα τα σώματα· κι αφού το κατανοήσει αυτό, να γίνει εραστής όλων των ωραίων σωμάτων, αφού μετριάσει τον σφοδρό έρωτά του για το ένα ωραίο σώμα, καταφρονώντας τον και θεωρώντας τον μικροπρεπή. Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτά, να θεωρήσει το κάλλος που στολίζει την ψυχή ανώτερο απ᾽ αυτό που στολίζει το σώμα, ώστε, στην περίπτωση που κάποιος έχει ψυχική ανωτερότητα, έστω κι αν η νεανική του ομορφιά [210c] δεν αξίζει και πολλά πράματα, να μη ζητά περισσότερη και να τον ερωτεύεται και να έχει την έγνοια του και να γεννά και ν᾽ αναζητά στοχασμούς τέτοιους, που θα κάνουν τους νέους καλύτερους, για να υποχρεωθεί στο επόμενο στάδιο ν᾽ ατενίσει την ομορφιά στις επαγγελματικές δραστηριότητες και στους θεσμούς και να δει τούτο, ότι η ομορφιά σε κάθε έκφανσή της είναι ένα και το αυτό κι έτσι ν᾽ αντιληφτεί ότι η σωματική ομορφιά δεν αξίζει και πολύ· και μετά τις δραστηριότητες, να οδηγηθεί στον κόσμο των επιστημών, για να δει σ᾽ αυτή τη φάση το κάλλος των επιστημών, και αντικρίζοντας [210d] την ευρύτερη πια περιοχή, στην οποία έχει επεκταθεί η ομορφιά, να μην παραμένει τιποτένιος και μικροπρεπής υπηρετώντας δουλικά το κάλλος που αντίκρισε σε μια περίπτωση, ικανοποιημένος με το κάλλος που βλέπει σ᾽ ένα παιδαρέλι ή σ᾽ έναν άνθρωπο ή σε μια δραστηριότητα, αλλά, με το βλέμμα στραμμένο στον μεγάλο ωκεανό του ωραίου και καθώς τα μάτια του θα χαίρονται πολλούς και ωραίους και μεγαλοφάνταστους στοχασμούς, να γεννά διανοητικές συλλήψεις θητεύοντας εντατικά στη φιλοσοφία, ως τη στιγμή που, έχοντας πάρει δυνάμεις και έχοντας σημειώσει πρόοδο σ᾽ αυτό το στάδιο, αντικρίσει ξεκάθαρα τη μια και μόνη επιστήμη, που αντικείμενό της έχει μια ομορφιά [210e] περίπου σαν αυτήν εδώ — κι απ᾽ τη μεριά σου, είπε, επιστράτευσε όλη την προσοχή σου· γιατί όποιος με παιδαγωγική μέθοδο οδηγηθεί ως αυτό το σημείο της γνώσης του φαινομένου του έρωτα, αντικρίζοντας τα ωραία με την κανονική σειρά τους και σωστά, φτάνοντας πια προς το τέλος της μύησής του στα ερωτικά, ξαφνικά θα δει ξεκάθαρα κάτι που από τη φύση του είναι αξιοθαύμαστα ωραίο, εκείνο ακριβώς, Σωκράτη, για το οποίο καταβλήθηκε όλος ο προηγούμενος μόχθος: το ωραίο, που πρώτα πρώτα [211a] είναι αιώνιο και ούτε γεννιέται ούτε αφανίζεται, ούτε αυξάνεται ούτε ελαττώνεται· επίσης, που δεν είναι από μια άποψη ωραίο, από την άλλη άσκημο, κι ούτε που σήμερα είναι κι αύριο όχι, ούτε αναφορικά με το άλφα ωραίο, με το βήτα άσκημο, σα να ήταν για ορισμένους ωραίο, γι᾽ άλλους άσκημο· ούτε θα εμφανιστεί το ωραίο στα μάτια αυτού που το αντικρίζει σαν ένα ωραίο πρόσωπο ή χέρια ή άλλο μέρος του σώματος ούτε σαν κάποιος στοχασμός ή κάποια επιστήμη, κι ούτε να εμπεριέχεται μέσα σε κάτι άλλο, λόγου χάρη μες σε ζώο ή σ᾽ έναν τόπο ή στον ουρανό [211b] ή μες σ᾽ οτιδήποτε άλλο, αλλά μένει στην αυτοτέλειά του, ολομόναχο — ο εαυτός του και τίποτ᾽ άλλο, με απλή μορφή, αιώνιο· αντίθετα, όλα τα ωραία παίρνουν κάτι απ᾽ αυτό μ᾽ έναν τέτοιο τρόπο: είτε γεννιένται τα άλλα είτε χάνονται, εκείνο ούτε ν᾽ αυξάνεται ούτε να ελαττώνεται το παραμικρό, και να μένει ανεπηρέαστο. Λοιπόν, όταν κάποιος, ξεκινώντας απ᾽ τα ωραία του δικού μας κόσμου, ασκώντας με σωστό τρόπο την παιδεραστία, φτάνει ν᾽ αρχίζει ν᾽ αντικρίζει εκείνο το ωραίο, σχεδόν θ᾽ άγγιζε το τέρμα. Γιατί βέβαια, λέγοντας ότι κάποιος βαδίζει ορθά [211c] το δρόμο του έρωτα ή ότι καθοδηγείται από άλλον, νά τί εννοούμε: ξεκινώντας απ᾽ τα ωραία του κόσμου μας να πορεύεται συνεχώς ανοδικά, επιδιώκοντας εκείνο το ωραίο, σαν ν᾽ ανεβαίνει σκαλοπάτια, από ένα σε δυο κι από δυο σ᾽ όλα τα ωραία σώματα κι απ᾽ τα ωραία σώματα στις ωραίες δραστηριότητες κι από τις δραστηριότητες στις ωραίες γνώσεις κι απ᾽ τις γνώσεις να φτάσει τέλος σ᾽ εκείνη τη γνώση, που δεν είναι καμιά άλλη παρά η γνώση του απόλυτα ωραίου, και στο τέλος της πορείας του να γνωρίσει τί ακριβώς είναι [211d] το ωραίο. Σ᾽ ένα τέτοιο επίπεδο ζωής, αγαπητέ Σωκράτη, μου είπε η ξένη από τη Μαντίνεια, περισσότερο απ᾽ οπουδήποτε αλλού, αξίζει ο άνθρωπος να ζει τη ζωή του, καθώς τα μάτια του χαίρονται αυτό καθαυτό το ωραίο. Αυτό που, αν κάποτε το αντικρίσεις, θ᾽ αντιληφτείς ότι δε συγκρίνεται με τα χρήματα και τις ενδυμασίες και τα ωραία αγόρια και τους νεαρούς, που τώρα αντικρίζοντάς τους αναστατώνεσαι κι είσαι πρόθυμος, κι εσύ και πολλοί άλλοι, βλέποντας τ᾽ αγαπημένα σας αγόρια και ζώντας συνεχώς συντροφικά μ᾽ αυτά, αν με κάποιο τρόπο ήταν δυνατό, να μην τρώτε ούτε να πίνετε, αλλά μόνο να τα χαίρονται τα μάτια σας και να είστε μαζί. Φαντάζεσαι όμως, μου είπε, τί χάρη θα ᾽χαν τα μάτια μας, αν τους δινόταν η δυνατότητα [211e] ν᾽ αντικρίσουν το απόλυτο κάλλος άδολο, ατόφιο, όχι αναμειγμένο με κάτι άλλο κι όχι με σωρούς απάνω του από ανθρώπινη σάρκα και χρώματα κι άλλα μικρολογήματα των θνητών, αλλά αν μας δινόταν η δυνατότητα ν᾽ αντικρίσουμε κατάματα την απόλυτη θεϊκή ομορφιά στην απλότητα της μορφής της! Αλήθεια, τί φαντάζεσαι, μου είπε, θα ᾽ταν άδεια η ζωή [212a] ενός ανθρώπου που κατευθύνει το βλέμμα του προς τα εκεί και που χαίρεται με τα μάτια της ψυχής του εκείνο το κάλλος, ζώντας συντροφικά μ᾽ αυτό; Ή δε βάζεις με το νου σου, μου είπε, ότι μόνο εκεί και πουθενά αλλού, θα του δοθεί η δυνατότητα, βλέποντας το κάλλος με το όργανο που γίνεται αυτό ορατό, να γεννήσει όχι πλαστά ομοιώματα αρετής, μια και δεν έρχεται σ᾽ επαφή με ομοιώματα, αλλά αυθεντικά δημιουργήματα, μια και έρχεται σ᾽ επαφή με την αληθινή αρετή· κι απ᾽ τη στιγμή που γεννά δημιουργήματα αληθινής αρετής και τ᾽ ανατρέφει, αποχτά τη δυνατότητα να γίνει ο αγαπημένος των θεών και, περισσότερο απ᾽ όποιον άλλο άνθρωπο, αθάνατος».
[212b] Αυτά λοιπόν μου είπε η Διοτίμα, Φαίδρε και σεις οι άλλοι, κι εγώ έχω πειστεί. Κι απ᾽ τη στιγμή που πείστηκα, βάλθηκα να πείθω και τους άλλους ότι πολύ δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να βρει συνεργάτη αποτελεσματικότερο από τον Έρωτα, για να χαρίσει στην ανθρώπινη φύση αυτό το απόκτημα. Γι᾽ αυτό τονίζω ότι ο κάθε άνθρωπος έχει καθήκον να τιμά τον Έρωτα και προσωπικά τιμώ όσα έχουν να κάνουν με τον έρωτα και καταγίνομαι, όσο με τίποτ᾽ άλλο, μ᾽ αυτά· και προτρέπω και τους άλλους να κάνουν το ίδιο, και, στο μέτρο των δυνάμεών μου, εγκωμιάζω και τώρα και πάντοτε τη δύναμη και την ανδρεία του Έρωτα. [212c] Τώρα, Φαίδρε, τούτη την ομιλία μου πάρε την, αν θες, ως εγκώμιο στον Έρωτα· αν όχι, δώσε της άλλο όνομα, όποιο σ᾽ αρέσει και με την έννοια που εσύ του δίνεις».