Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Συμπόσιον (192a-193d)


Φασὶ δὲ δή τινες αὐτοὺς ἀναισχύντους εἶναι, ψευδόμενοι· οὐ γὰρ ὑπ᾽ ἀναισχυντίας τοῦτο δρῶσιν ἀλλ᾽ ὑπὸ θάρρους καὶ ἀνδρείας καὶ ἀρρενωπίας, τὸ ὅμοιον αὐτοῖς ἀσπαζόμενοι. μέγα δὲ τεκμήριον· καὶ γὰρ τελεωθέντες μόνοι ἀποβαίνουσιν εἰς τὰ πολιτικὰ ἄνδρες οἱ τοιοῦτοι. ἐπειδὰν δὲ ἀνδρωθῶσι, [192b] παιδεραστοῦσι καὶ πρὸς γάμους καὶ παιδοποιίας οὐ προσέχουσι τὸν νοῦν φύσει, ἀλλ᾽ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναγκάζονται· ἀλλ᾽ ἐξαρκεῖ αὐτοῖς μετ᾽ ἀλλήλων καταζῆν ἀγάμοις. πάντως μὲν οὖν ὁ τοιοῦτος παιδεραστής τε καὶ φιλεραστὴς γίγνεται, ἀεὶ τὸ συγγενὲς ἀσπαζόμενος. ὅταν μὲν οὖν καὶ αὐτῷ ἐκείνῳ ἐντύχῃ τῷ αὑτοῦ ἡμίσει καὶ ὁ παιδεραστὴς καὶ ἄλλος πᾶς, τότε καὶ θαυμαστὰ ἐκπλήττονται φιλίᾳ τε καὶ [192c] οἰκειότητι καὶ ἔρωτι, οὐκ ἐθέλοντες ὡς ἔπος εἰπεῖν χωρίζεσθαι ἀλλήλων οὐδὲ σμικρὸν χρόνον. καὶ οἱ διατελοῦντες μετ᾽ ἀλλήλων διὰ βίου οὗτοί εἰσιν, οἳ οὐδ᾽ ἂν ἔχοιεν εἰπεῖν ὅτι βούλονται σφίσι παρ᾽ ἀλλήλων γίγνεσθαι. οὐδενὶ γὰρ ἂν δόξειεν τοῦτ᾽ εἶναι ἡ τῶν ἀφροδισίων συνουσία, ὡς ἄρα τούτου ἕνεκα ἕτερος ἑτέρῳ χαίρει συνὼν οὕτως ἐπὶ μεγάλης σπουδῆς· ἀλλ᾽ ἄλλο τι βουλομένη ἑκατέρου ἡ ψυχὴ [192d] δήλη ἐστίν, ὃ οὐ δύναται εἰπεῖν, ἀλλὰ μαντεύεται ὃ βούλεται, καὶ αἰνίττεται. καὶ εἰ αὐτοῖς ἐν τῷ αὐτῷ κατακειμένοις ἐπιστὰς ὁ Ἥφαιστος, ἔχων τὰ ὄργανα, ἔροιτο· «Τί ἔσθ᾽ ὃ βούλεσθε, ὦ ἄνθρωποι, ὑμῖν παρ᾽ ἀλλήλων γενέσθαι;» καὶ εἰ ἀποροῦντας αὐτοὺς πάλιν ἔροιτο· «Ἆρά γε τοῦδε ἐπιθυμεῖτε, ἐν τῷ αὐτῷ γενέσθαι ὅτι μάλιστα ἀλλήλοις, ὥστε καὶ νύκτα καὶ ἡμέραν μὴ ἀπολείπεσθαι ἀλλήλων; εἰ γὰρ τούτου ἐπιθυμεῖτε, θέλω ὑμᾶς συντῆξαι καὶ [192e] συμφυσῆσαι εἰς τὸ αὐτό, ὥστε δύ᾽ ὄντας ἕνα γεγονέναι καὶ ἕως τ᾽ ἂν ζῆτε, ὡς ἕνα ὄντα, κοινῇ ἀμφοτέρους ζῆν, καὶ ἐπειδὰν ἀποθάνητε, ἐκεῖ αὖ ἐν Ἅιδου ἀντὶ δυοῖν ἕνα εἶναι κοινῇ τεθνεῶτε· ἀλλ᾽ ὁρᾶτε εἰ τούτου ἐρᾶτε καὶ ἐξαρκεῖ ὑμῖν ἂν τούτου τύχητε·» ταῦτ᾽ ἀκούσας ἴσμεν ὅτι οὐδ᾽ ἂν εἷς ἐξαρνηθείη οὐδ᾽ ἄλλο τι ἂν φανείη βουλόμενος, ἀλλ᾽ ἀτεχνῶς οἴοιτ᾽ ἂν ἀκηκοέναι τοῦτο ὃ πάλαι ἄρα ἐπεθύμει, συνελθὼν καὶ συντακεὶς τῷ ἐρωμένῳ ἐκ δυοῖν εἷς γενέσθαι. τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἴτιον, ὅτι ἡ ἀρχαία φύσις ἡμῶν ἦν αὕτη καὶ ἦμεν ὅλοι· τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ [193a] καὶ διώξει ἔρως ὄνομα. καὶ πρὸ τοῦ, ὥσπερ λέγω, ἓν ἦμεν, νυνὶ δὲ διὰ τὴν ἀδικίαν διῳκίσθημεν ὑπὸ τοῦ θεοῦ, καθάπερ Ἀρκάδες ὑπὸ Λακεδαιμονίων· φόβος οὖν ἔστιν, ἐὰν μὴ κόσμιοι ὦμεν πρὸς τοὺς θεούς, ὅπως μὴ καὶ αὖθις διασχισθησόμεθα, καὶ περίιμεν ἔχοντες ὥσπερ οἱ ἐν ταῖς στήλαις καταγραφὴν ἐκτετυπωμένοι, διαπεπρισμένοι κατὰ τὰς ῥῖνας, γεγονότες ὥσπερ λίσπαι.
Ἀλλὰ τούτων ἕνεκα πάντ᾽ ἄνδρα χρὴ ἅπαντα παρακελεύεσθαι εὐσεβεῖν περὶ [193b] θεούς, ἵνα τὰ μὲν ἐκφύγωμεν, τῶν δὲ τύχωμεν, ὡς ὁ Ἔρως ἡμῖν ἡγεμὼν καὶ στρατηγός. ᾧ μηδεὶς ἐναντία πραττέτω —πράττει δ᾽ ἐναντία ὅστις θεοῖς ἀπεχθάνεται— φίλοι γὰρ γενόμενοι καὶ διαλλαγέντες τῷ θεῷ ἐξευρήσομέν τε καὶ ἐντευξόμεθα τοῖς παιδικοῖς τοῖς ἡμετέροις αὐτῶν, ὃ τῶν νῦν ὀλίγοι ποιοῦσι. καὶ μή μοι ὑπολάβῃ Ἐρυξίμαχος, κωμῳδῶν τὸν λόγον, ὡς Παυσανίαν καὶ Ἀγάθωνα λέγω —ἴσως μὲν [193c] γὰρ καὶ οὗτοι τούτων τυγχάνουσιν ὄντες καί εἰσιν ἀμφότεροι τὴν φύσιν ἄρρενες— λέγω δὲ οὖν ἔγωγε καθ᾽ ἁπάντων καὶ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ὅτι οὕτως ἂν ἡμῶν τὸ γένος εὔδαιμον γένοιτο, εἰ ἐκτελέσαιμεν τὸν ἔρωτα καὶ τῶν παιδικῶν τῶν αὑτοῦ ἕκαστος τύχοι εἰς τὴν ἀρχαίαν ἀπελθὼν φύσιν. εἰ δὲ τοῦτο ἄριστον, ἀναγκαῖον καὶ τῶν νῦν παρόντων τὸ τούτου ἐγγυτάτω ἄριστον εἶναι· τοῦτο δ᾽ ἐστὶ παιδικῶν τυχεῖν κατὰ νοῦν αὐτῷ πεφυκότων· οὗ δὴ τὸν αἴτιον θεὸν ὑμνοῦντες [193d] δικαίως ἂν ὑμνοῖμεν Ἔρωτα, ὃς ἔν τε τῷ παρόντι ἡμᾶς πλεῖστα ὀνίνησιν εἰς τὸ οἰκεῖον ἄγων, καὶ εἰς τὸ ἔπειτα ἐλπίδας μεγίστας παρέχεται, ἡμῶν παρεχομένων πρὸς θεοὺς εὐσέβειαν, καταστήσας ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχαίαν φύσιν καὶ ἰασάμενος μακαρίους καὶ εὐδαίμονας ποιῆσαι.


Μερικοί λένε ότι τα αγόρια αυτά είναι ξετσίπωτα· αυτοί πέφτουν έξω· γιατί τα παιδιά αυτά ό,τι κάνουν δεν το κάνουν από ξετσιπωσιά, το κάνουν ίσα ίσα γιατί έχουν θάρρος και αντρειοσύνη και αρρενωπότητα, δείχνοντας τον ενθουσιασμό τους για το όμοιό τους. Θέλετε απόδειξη γι᾽ αυτό; όταν μεγαλώσουν, μόνο αυτοί δείχνονται άντρες με αξιοσύνη στα πολιτικά. Όμως, όταν πια αντρωθούν, [192b] γίνονται παιδεραστές και το φυσικό τους τούς κάνει να μη νοιάζονται για γάμο και πατρότητα, κι αν το κάνουν είναι που τους υποχρεώνει το έθιμο· αλλιώτικα θα ήταν ευχαριστημένοι ζώντας σ᾽ όλη τη ζωή τους άντρες με άντρες, γεροντοπαλίκαρα. Κι έτσι, όπως και να ᾽χει, ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει έρωτα για τους ερωμένους και τους εραστές του, αφού πάντοτε ενθουσιάζεται μ᾽ ό,τι του είναι συγγενικό. Τώρα θέλει και ρώτημα πως, όταν και ο παιδεραστής κι ο κάθε άλλος συναντήσει το πρόσωπο που στην αρχική κατάσταση ήταν πραγματικά το άλλο μισό του, τότε είναι ανείπωτη η έκσταση και των δυο —έκσταση από φιλία, [192c] από συγγένεια, από έρωτα— και δε θέλουν, θα λέγαμε, ούτε στιγμή να χωριστούν ο ένας απ᾽ τον άλλον; Αυτοί ακριβώς είναι οι άνθρωποι που δε χωρίζουν σ᾽ όλη τους τη ζωή, χωρίς καν να μπορούν να εκφράσουν τί πάνω απ᾽ όλα προσδοκά ο ένας απ᾽ τον άλλον. Γιατί κανείς δεν πιστεύει ότι η αισθησιακή απόλαυση είναι εκείνο που τους κάνει να βρίσκουν τόση χαρά στην συντροφική ζωή τους και να την αποζητάνε με τόση λαχτάρα· ίσα ίσα είναι ολοφάνερο ότι κάτι άλλο αποζητά η ψυχή του καθενός τους, [192d] θέλει κάτι που δεν μπορεί να το εκφράσει, αλλά το ψυχανεμίζεται και το λέει με υπαινιγμούς. Και αν ο Ήφαιστος παρουσιαζόταν με τα εργαλεία του στα χέρια και στεκόταν πάνω τους την ώρα που αυτοί βρίσκονται στο ίδιο στρώμα και τους ρωτούσε: «Άνθρωποί μου, τί είναι αυτό που θα ήθελε ο ένας σας να χαρίσει στον άλλο»; και, καθώς θα τον έβλεπαν σαστισμένοι, αν τους ξαναρωτούσε: «Μήπως αυτό είναι εκείνο που αποζητάτε; να βρίσκεστε ο ένας δίπλα στον άλλο στο ίδιο μέρος όσο γίνεται περισσότερο καιρό, έτσι που ούτε τη νύχτα ούτε τη μέρα να μη ζείτε χωριστά; Σας κάνω αυτή την ερώτηση, γιατί, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, αναλαμβάνω εγώ να σας λιώσω στο ίδιο χωνευτήρι και [192e] με το φυσερό στο χέρι να σας σφυρηλατήσω μαζί, ώστε, εκεί που είστε δυο, να γίνετε ένας· και, όσο θα βρίσκεστε στη ζωή, να ζείτε ενωμένοι κι οι δυο, σα να ᾽στε ένας άνθρωπος, κι όταν πεθάνετε και πάλι κι εκεί στον Άδη να είστε ένας κι όχι δυο, αφού σας πάρει ένας κοινός θάνατος. Κοιτάξτε λοιπόν: αυτή είναι η λαχτάρα σας και αν σας κάνω αυτή τη χάρη θα μείνετε ευχαριστημένοι;». Τότε θέλει και ρώτημα ότι ακούοντας αυτά κανένας τους δε θα πει όχι κι ούτε θα δείξει ότι αναζητά τίποτε άλλο; Ίσα ίσα θα ένιωθε ότι τ᾽ αυτιά του άκουσαν απαράλλαχτα τα λόγια που εδώ και χρόνια ποθούσαν: να ενωθεί και να συγχωνευτεί με τον αγαπημένο του και από δυο να γίνουν ένας. Και η αιτία δεν είναι άλλη παρά ότι αυτή ήταν η πρώτη μας φύση και αποτελούσαμε δυο ένα ολόκληρο πλάσμα· λοιπόν ο πόθος [193a] και η επιδίωξη της ολοκλήρωσης λέγεται έρωτας. Το ξαναλέω, πρωτύτερα ήμασταν ένα, τώρα όμως —επειδή φανήκαμε αθεόφοβοι— ο θεός μάς έκοψε στα δυο, όπως χώρισαν οι Λακεδαιμόνιοι τους Αρκάδες· κι ακόμα πρέπει να ᾽χουμε τον φόβο μήπως, αν δε δείξουμε ευλάβεια στους θεούς, μας κόψουν άλλη μια φορά στα δυο· και τότε θα γυρίζουμε εδώ κι εκεί με παρουσιαστικό σαν αυτό που εμφανίζουν οι ανάγλυφες μορφές στις στήλες — μύτη πριονισμένη στα δυο, σαν κότσι κομμένο στη μέση.
Γι᾽ αυτό ο καθένας μας πρέπει να συμβουλεύει τον άλλο να είμαστε ευλαβικοί [193b] στους θεούς, ώστε ν᾽ αποφύγουμε τα τελευταία, αλλά να πετύχουμε τα άλλα, καθώς θα μας οδηγεί —στρατηγός μας— ο Έρωτας. Κανείς να μην εναντιώνεται σ᾽ αυτόν —κι εναντιώνεται όποιος είναι μισητός στους θεούς— γιατί, απ᾽ τη στιγμή που θα γίνουμε φίλοι και θα μονιάσουμε με το θεό, θα βρούμε και θα συναπαντηθούμε με τα δικά μας αγαπημένα αγόρια, κάτι που λίγοι σήμερα πραγματώνουν. Και μη διαστρέψει τα λόγια μου ο Ερυξίμαχος, δίνοντας χροιά γελοιότητας στην ομιλία μου, ότι τάχα εννοώ τον Παυσανία και τον Αγάθωνα —γιατί πιθανώς [193c] κι ετούτοι τυχαίνει να είναι της ίδιας κατηγορίας και ν᾽ ανήκουν κι ο ένας κι ο άλλος στο αρσενικό φύλο— εγώ όμως βέβαια μιλώ γενικά, και για τους άντρες και για τις γυναίκες, ότι μ᾽ αυτό τον τρόπο θα μπορούσε το γένος μας ν᾽ απολαύσει την ευτυχία, αν εκπληρώσουμε το χρέος μας στον Έρωτα και συναπαντηθούμε ο καθένας μας με τ᾽ αγαπημένο του αγόρι, επιστρέφοντας στην πρωταρχική μας φύση. Κι αν τούτο είναι το απόλυτο καλό, αναπόφευκτα, καταπώς έχουν σήμερα τα πράματα, άριστο είναι εκείνο που βρίσκεται πλησιέστερα από καθετί σ᾽ αυτά· ποιό είναι αυτό; να τα φέρει έτσι η τύχη, ώστε τ᾽ αγαπημένα μας αγόρια να ᾽χουν τις φυσικές καταβολές που προτιμούμε· λοιπόν, αν θέλαμε να υμνήσουμε γι᾽ αυτή την καλή μας τύχη το θεό που μας την έστειλε, [193d] δίκαια θα υμνούσαμε τον Έρωτα, που και τώρα μας κάνει τις μεγαλύτερες ευεργεσίες φέρνοντάς μας κοντά σ᾽ αυτό που νιώθουμε δικό μας, και που μας δίνει τις πιο μεγάλες ελπίδες για το μέλλον —φτάνει εμείς να δείχνουμε ευσέβεια στους θεούς— αφού μας αποκαταστήσει στην πρωταρχική μας φύση και μας δώσει την υγεία μας, να μας κάνει αξιοζήλευτους και ευτυχισμένους».