Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Συμπόσιον (218b-219e)


Ἐπειδὴ γὰρ οὖν, ὦ ἄνδρες, ὅ τε λύχνος ἀπεσβήκει καὶ [218c] οἱ παῖδες ἔξω ἦσαν, ἔδοξέ μοι χρῆναι μηδὲν ποικίλλειν πρὸς αὐτόν, ἀλλ᾽ ἐλευθέρως εἰπεῖν ἅ μοι ἐδόκει· καὶ εἶπον κινήσας αὐτόν, Σώκρατες, καθεύδεις;
Οὐ δῆτα, ἦ δ᾽ ὅς.
Οἶσθα οὖν ἅ μοι δέδοκται;
Τί μάλιστα, ἔφη.
Σὺ ἐμοὶ δοκεῖς, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐμοῦ ἐραστὴς ἄξιος γεγονέναι μόνος, καί μοι φαίνῃ ὀκνεῖν μνησθῆναι πρός με. ἐγὼ δὲ οὑτωσὶ ἔχω· πάνυ ἀνόητον ἡγοῦμαι εἶναι σοὶ μὴ οὐ καὶ τοῦτο χαρίζεσθαι καὶ εἴ τι ἄλλο ἢ τῆς οὐσίας τῆς ἐμῆς [218d] δέοιο ἢ τῶν φίλων τῶν ἐμῶν. ἐμοὶ μὲν γὰρ οὐδέν ἐστι πρεσβύτερον τοῦ ὡς ὅτι βέλτιστον ἐμὲ γενέσθαι, τούτου δὲ οἶμαί μοι συλλήπτορα οὐδένα κυριώτερον εἶναι σοῦ. ἐγὼ δὴ τοιούτῳ ἀνδρὶ πολὺ μᾶλλον ἂν μὴ χαριζόμενος αἰσχυνοίμην τοὺς φρονίμους, ἢ χαριζόμενος τούς τε πολλοὺς καὶ ἄφρονας. Καὶ οὗτος ἀκούσας μάλα εἰρωνικῶς καὶ σφόδρα ἑαυτοῦ τε καὶ εἰωθότως ἔλεξεν Ὦ φίλε Ἀλκιβιάδη, κινδυνεύεις τῷ ὄντι οὐ φαῦλος εἶναι, εἴπερ ἀληθῆ τυγχάνει ὄντα ἃ λέγεις [218e] περὶ ἐμοῦ, καί τις ἔστ᾽ ἐν ἐμοὶ δύναμις δι᾽ ἧς ἂν σὺ γένοιο ἀμείνων· ἀμήχανόν τοι κάλλος ὁρῴης ἂν ἐν ἐμοὶ καὶ τῆς παρὰ σοὶ εὐμορφίας πάμπολυ διαφέρον. εἰ δὴ καθορῶν αὐτὸ κοινώσασθαί τέ μοι ἐπιχειρεῖς καὶ ἀλλάξασθαι κάλλος ἀντὶ κάλλους, οὐκ ὀλίγῳ μου πλεονεκτεῖν διανοῇ, ἀλλ᾽ ἀντὶ δόξης ἀλήθειαν καλῶν κτᾶσθαι ἐπιχειρεῖς καὶ τῷ [219a] ὄντι «χρύσεα χαλκείων» διαμείβεσθαι νοεῖς. ἀλλ᾽, ὦ μακάριε, ἄμεινον σκόπει, μή σε λανθάνω οὐδὲν ὤν. ἥ τοι τῆς διανοίας ὄψις ἄρχεται ὀξὺ βλέπειν ὅταν ἡ τῶν ὀμμάτων τῆς ἀκμῆς λήγειν ἐπιχειρῇ· σὺ δὲ τούτων ἔτι πόρρω.
Κἀγὼ ἀκούσας, Τὰ μὲν παρ᾽ ἐμοῦ, ἔφην, ταῦτά ἐστιν, ὧν οὐδὲν ἄλλως εἴρηται ἢ ὡς διανοοῦμαι· σὺ δὲ αὐτὸς οὕτω βουλεύου ὅτι σοί τε ἄριστον καὶ ἐμοὶ ἡγῇ.
Ἀλλ᾽, ἔφη, τοῦτό γ᾽ εὖ λέγεις· ἐν γὰρ τῷ ἐπιόντι χρόνῳ [219b] βουλευόμενοι πράξομεν ὃ ἂν φαίνηται νῷν περί τε τούτων καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἄριστον.
Ἐγὼ μὲν δὴ ταῦτα ἀκούσας τε καὶ εἰπών, καὶ ἀφεὶς ὥσπερ βέλη, τετρῶσθαι αὐτὸν ᾤμην· καὶ ἀναστάς γε, οὐδ᾽ ἐπιτρέψας τούτῳ εἰπεῖν οὐδὲν ἔτι, ἀμφιέσας τὸ ἱμάτιον τὸ ἐμαυτοῦ τοῦτον —καὶ γὰρ ἦν χειμών— ὑπὸ τὸν τρίβωνα κατακλινεὶς τὸν τουτουί, περιβαλὼν τὼ χεῖρε τούτῳ τῷ [219c] δαιμονίῳ ὡς ἀληθῶς καὶ θαυμαστῷ, κατεκείμην τὴν νύκτα ὅλην. καὶ οὐδὲ ταῦτα αὖ, ὦ Σώκρατες, ἐρεῖς ὅτι ψεύδομαι. ποιήσαντος δὲ δὴ ταῦτα ἐμοῦ οὗτος τοσοῦτον περιεγένετό τε καὶ κατεφρόνησεν καὶ κατεγέλασεν τῆς ἐμῆς ὥρας καὶ ὕβρισεν —καὶ περὶ ἐκεῖνό γε ᾤμην τὶ εἶναι, ὦ ἄνδρες δικασταί· δικασταὶ γάρ ἐστε τῆς Σωκράτους ὑπερηφανίας— εὖ γὰρ ἴστε μὰ θεούς, μὰ θεάς, οὐδὲν περιττότερον καταδεδαρθηκὼς [219d] ἀνέστην μετὰ Σωκράτους, ἢ εἰ μετὰ πατρὸς καθηῦδον ἢ ἀδελφοῦ πρεσβυτέρου.
Τὸ δὴ μετὰ τοῦτο τίνα οἴεσθέ με διάνοιαν ἔχειν, ἡγούμενον μὲν ἠτιμάσθαι, ἀγάμενον δὲ τὴν τούτου φύσιν τε καὶ σωφροσύνην καὶ ἀνδρείαν, ἐντετυχηκότα ἀνθρώπῳ τοιούτῳ οἵῳ ἐγὼ οὐκ ἂν ᾤμην ποτ᾽ ἐντυχεῖν εἰς φρόνησιν καὶ εἰς καρτερίαν; ὥστε οὔθ᾽ ὅπως οὖν ὀργιζοίμην εἶχον καὶ ἀποστερηθείην τῆς τούτου συνουσίας, οὔτε ὅπῃ προσαγαγοίμην [219e] αὐτὸν ηὐπόρουν. εὖ γὰρ ᾔδη ὅτι χρήμασί γε πολὺ μᾶλλον ἄτρωτος ἦν πανταχῇ ἢ σιδήρῳ ὁ Αἴας, ᾧ τε ᾤμην αὐτὸν μόνῳ ἁλώσεσθαι, διεπεφεύγει με. ἠπόρουν δή, καταδεδουλωμένος τε ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου ὡς οὐδεὶς ὑπ᾽ οὐδενὸς ἄλλου περιῇα.


Δηλαδή, συμπότες μου, αφού και το λυχνάρι είχε σβήσει και [218c] οι υπηρέτες ήταν έξω, αποφάσισα ότι πρέπει να του μιλήσω χωρίς περιστροφές και να του πω ανοιχτά τα όσα αποφάσισα· τον κούνησα λοιπόν και του είπα:
— Σωκράτη, σε πήρε ο ύπνος;
— Όχι βέβαια, μου είπε.
— Ξέρεις λοιπόν ποιά απόφαση πήρα;
— Σαν τί, μου είπε.
— Σχημάτισα την εντύπωση, του είπα, ότι είσαι ο μόνος που αποδείχτηκες άξιος εραστής μου· και μου φαίνεται ότι διστάζεις να μου το εξομολογηθείς. Απ᾽ τη μεριά μου, νά ποιές είναι οι διαθέσεις μου: νομίζω ότι είναι σκέτη ανοησία να μη σου κάνω κι αυτό το θέλημα κι ό,τι άλλο σου χρειάζεται είτε απ᾽ την περιουσία μου [218d] είτε απ᾽ την περιουσία των φίλων μου. Γιατί η πρώτη προτεραιότητα για μένα είναι να γίνω όσο γίνεται τελειότερος· και πιστεύω ότι σ᾽ αυτή μου την επιδίωξη δεν μπορεί κανένας άλλος να με συμπαρασταθεί αποτελεσματικότερα από σένα. Εγώ λοιπόν θα ένιωθα πολύ πιο μεγάλη ντροπή μπροστά στους μυαλωμένους, αν δεν έκανα αυτό το θέλημα σ᾽ ένα τέτοιο άνθρωπο, απ᾽ ό,τι μπροστά στους πολλούς κι αστόχαστους, αν του έκανα το θέλημα.
Μ᾽ άκουσε αυτός και πολύ ειρωνικά — πάρα πολύ όμως ταιριαστά με το ιδιαίτερα χαρακτηριστικό συνηθισμένο του ύφος είπε: «Φίλε Αλκιβιάδη, βρίσκεσαι πολύ κοντά, τωόντι, στο να έχεις γίνει αξιόλογος, αν συμβαίνει τα όσα λες [218e] για μένα ν᾽ ανταποκρίνονται στην αλήθεια, κι ότι έχω μέσα μου μια δύναμη, με την οποία θα μπορούσες να βελτιωθείς. Θα ᾽χεις ατενίσει κάποια ανείπωτη ωραιότητα μέσα μου, πολύ πολύ ανώτερη απ᾽ τη δική σου ομορφιά. Λοιπόν, αν με το βλέμμα σου καρφωμένο σ᾽ αυτήν επιχειρείς να με κάνεις συμμέτοχο της σκέψης σου και ν᾽ ανταλλάξεις ομορφιά με ομορφιά, τότε έχεις στο νου σου να μ᾽ εκμεταλλευτείς πάρα πολύ: βάλθηκες ν᾽ αποχτήσεις, δίνοντας φαινομενικό κάλλος, το αληθινό κάλλος, και τωόντι [219a] σχεδιάζεις “να δώσεις χάλκινα και να πάρεις χρυσά”. Αλλά, καλότυχε άνθρωπε, σκέψου το καλύτερα, μήπως δεν το πήρες μυρουδιά ότι δεν αξίζω τίποτε· σίγουρα η όρασή του νου αρχίζει να γίνεται πιο οξυδερκής, όταν η όραση των ματιών μας αρχίζει να χάνει την έντασή της· όμως εσύ βρίσκεσαι ακόμη μακριά απ᾽ αυτή την ηλικία».
Τον άκουσα και του αποκρίθηκα: «Απ᾽ τη μεριά μου, ό,τι είχα να σου πω, αυτά είναι· δεν σου κρύβω καθόλου τις σκέψεις μου· με τη σειρά σου εσύ ο ίδιος σκέψου με τον ίδιο τρόπο ό,τι νομίζεις καλύτερο και για σένα και για μένα».
«Τώρα μάλιστα, μίλησες σωστά, είπε· γιατί στις επόμενες μέρες [219b] θα συσκεφτόμαστε και θα πράξουμε αυτό που θα μας φανεί καλύτερο, και γι᾽ αυτό το ζήτημα και για τ᾽ άλλα».
Εγώ λοιπόν, με το που άκουσα και είπα αυτά, πίστευα ότι, εκτοξεύοντάς του σαν βέλη αυτά, τον είχα τραυματίσει· σηκώθηκα και, χωρίς να του δώσω καιρό να προσθέσει τίποτε, τον σκέπασα με το δικό μου πανωφόρι —ήταν, βλέπεις, χειμώνας— ξάπλωσα κάτω απ᾽ την πατατούκα του κυρίου από ᾽δω, τύλιξα τα χέρια μου γύρω απ᾽ αυτό [219c] τον πραγματικά δαιμόνιο και εκπληκτικό άνθρωπο και παραδόθηκα στον ύπνο ολόκληρη τη νύχτα. Και πάλι, Σωκράτη, δεν μπορείς να πεις ότι αυτά που λέω είναι ψέματα. Λοιπόν, μ᾽ όλα αυτά που έκανα, ετούτος σε τέτοιο βαθμό αναδείχτηκε ανώτερος· περιφρόνησε και γελοιοποίησε τη νεανική ομορφιά μου και με ταπείνωσε —ναι, δεν πίστευα ότι ήταν του πεταμού αυτή, κύριοι δικαστές— γιατί είστε δικαστές της αλαζονείας του Σωκράτη. Γιατί, και να το ξέρετε καλά, μα τους θεούς, μα τις θεές, αφού ξάπλωσα και κοιμήθηκα μαζί με τον Σωκράτη, [219d] ξύπνησα χωρίς να μου συμβεί τίποτα περισσότερο απ᾽ ό,τι αν κοιμόμουν με τον πατέρα ή τον μεγαλύτερο αδερφό μου.
Τώρα λοιπόν, ύστερ᾽ απ᾽ αυτό, ποιές σκέψεις υποθέτετε ότι κυριαρχούσαν στο μυαλό μου, καθώς απ᾽ τη μια πίστευα ότι ξεφτιλίστηκα, απ᾽ την άλλη έμενα εκστατικός μπροστά στον χαρακτήρα και τη σωφροσύνη και την αντρίκεια στάση του, έτσι που βρέθηκε στο δρόμο μου ένας τέτοιος άνθρωπος που δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα συναντήσω, θες στη σύνεση, θες στην εγκαρτέρηση; Κι έτσι λοιπόν δεν είχα τον τρόπο ούτε ν᾽ αφήσω την οργή μου να ξεσπάσει και να στερηθώ τη συναναστροφή του κι ούτε είχα κάποιο μέσο [219e] να τον προσελκύσω. Γιατί, αν επιχειρούσες να τον δελεάσεις με χρήμα, δεν αγνοούσα ότι ήταν άτρωτος απ᾽ όλες τις πλευρές, όπως ο Αίας στα χτυπήματα με δόρυ, και απ᾽ το μοναδικό μέσο, με το οποίο πίστευα ότι θα τον αιχμαλωτίσω, ξέφυγε. Βρισκόμουν λοιπόν σε αμηχανία και έπαιρνα τους δρόμους, σκλάβος τούτου δω του ανθρώπου — αποκλείεται να έπεσε άλλος σε τέτοια σκλαβιά.