Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Συμπόσιον (172a-173d)


[172a] ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Δοκῶ μοι περὶ ὧν πυνθάνεσθε οὐκ ἀμελέτητος εἶναι. καὶ γὰρ ἐτύγχανον πρῴην εἰς ἄστυ οἴκοθεν ἀνιὼν Φαληρόθεν· τῶν οὖν γνωρίμων τις ὄπισθεν κατιδών με πόρρωθεν ἐκάλεσε, καὶ παίζων ἅμα τῇ κλήσει, «Ὦ Φαληρεύς,» ἔφη, «οὗτος Ἀπολλόδωρος, οὐ περιμένεις;» Κἀγὼ ἐπιστὰς περιέμεινα. Καὶ ὅς, «Ἀπολλόδωρε,» ἔφη, «καὶ μὴν καὶ ἔναγχός σε ἐζήτουν βουλόμενος διαπυθέσθαι τὴν Ἀγάθωνος συνουσίαν [172b] καὶ Σωκράτους καὶ Ἀλκιβιάδου καὶ τῶν ἄλλων τῶν τότε ἐν τῷ συνδείπνῳ παραγενομένων, περὶ τῶν ἐρωτικῶν λόγων τίνες ἦσαν· ἄλλος γάρ τίς μοι διηγεῖτο ἀκηκοὼς Φοίνικος τοῦ Φιλίππου, ἔφη δὲ καὶ σὲ εἰδέναι. ἀλλὰ γὰρ οὐδὲν εἶχε σαφὲς λέγειν. σὺ οὖν μοι διήγησαι· δικαιότατος γὰρ εἶ τοὺς τοῦ ἑταίρου λόγους ἀπαγγέλλειν. πρότερον δέ μοι,» ἦ δ᾽ ὅς, «εἰπέ, σὺ αὐτὸς παρεγένου τῇ συνουσίᾳ ταύτῃ ἢ οὔ;» Κἀγὼ εἶπον ὅτι «Παντάπασιν ἔοικέ σοι οὐδὲν διηγεῖσθαι [172c] σαφὲς ὁ διηγούμενος, εἰ νεωστὶ ἡγῇ τὴν συνουσίαν γεγονέναι ταύτην ἣν ἐρωτᾷς, ὥστε καὶ ἐμὲ παραγενέσθαι.» «Ἐγώ γε δή,» ἔφη. «Πόθεν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Γλαύκων; οὐκ οἶσθ᾽ ὅτι πολλῶν ἐτῶν Ἀγάθων ἐνθάδε οὐκ ἐπιδεδήμηκεν, ἀφ᾽ οὗ δ᾽ ἐγὼ Σωκράτει συνδιατρίβω καὶ ἐπιμελὲς πεποίημαι ἑκάστης ἡμέρας εἰδέναι ὅτι ἂν λέγῃ ἢ πράττῃ, οὐδέπω τρία ἔτη ἐστίν; [173a] πρὸ τοῦ δὲ περιτρέχων ὅπῃ τύχοιμι καὶ οἰόμενος τὶ ποιεῖν ἀθλιώτερος ἦ ὁτουοῦν, οὐχ ἧττον ἢ σὺ νυνί, οἰόμενος δεῖν πάντα μᾶλλον πράττειν ἢ φιλοσοφεῖν.» Καὶ ὅς, «Μὴ σκῶπτ᾽,» ἔφη, «ἀλλ᾽ εἰπέ μοι πότε ἐγένετο ἡ συνουσία αὕτη.» Κἀγὼ εἶπον ὅτι «Παίδων ὄντων ἡμῶν ἔτι, ὅτε τῇ πρώτῃ τραγῳδίᾳ ἐνίκησεν Ἀγάθων, τῇ ὑστεραίᾳ ἢ ᾗ τὰ ἐπινίκια ἔθυεν αὐτός τε καὶ οἱ χορευταί.» «Πάνυ,» ἔφη, «ἄρα πάλαι, ὡς ἔοικεν. ἀλλὰ τίς σοι διηγεῖτο; ἢ αὐτὸς Σωκράτης;» [173b] «Οὐ μὰ τὸν Δία,» ἦν δ᾽ ἐγώ, «ἀλλ᾽ ὅσπερ Φοίνικι. Ἀριστόδημος ἦν τις, Κυδαθηναιεύς, σμικρός, ἀνυπόδητος ἀεί· παρεγεγόνει δ᾽ ἐν τῇ συνουσίᾳ, Σωκράτους ἐραστὴς ὢν ἐν τοῖς μάλιστα τῶν τότε, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ. οὐ μέντοι ἀλλὰ καὶ Σωκράτη γε ἔνια ἤδη ἀνηρόμην ὧν ἐκείνου ἤκουσα, καί μοι ὡμολόγει καθάπερ ἐκεῖνος διηγεῖτο.» «Τί οὖν,» ἔφη, «οὐ διηγήσω μοι; πάντως δὲ ἡ ὁδὸς ἡ εἰς ἄστυ ἐπιτηδεία πορευομένοις καὶ λέγειν καὶ ἀκούειν.»
Οὕτω δὴ ἰόντες ἅμα τοὺς λόγους περὶ αὐτῶν ἐποιούμεθα, [173c] ὥστε, ὅπερ ἀρχόμενος εἶπον, οὐκ ἀμελετήτως ἔχω. εἰ οὖν δεῖ καὶ ὑμῖν διηγήσασθαι, ταῦτα χρὴ ποιεῖν. καὶ γὰρ ἔγωγε καὶ ἄλλως, ὅταν μέν τινας περὶ φιλοσοφίας λόγους ἢ αὐτὸς ποιῶμαι ἢ ἄλλων ἀκούω, χωρὶς τοῦ οἴεσθαι ὠφελεῖσθαι ὑπερφυῶς ὡς χαίρω· ὅταν δὲ ἄλλους τινάς, ἄλλως τε καὶ τοὺς ὑμετέρους τοὺς τῶν πλουσίων καὶ χρηματιστικῶν, αὐτός τε ἄχθομαι ὑμᾶς τε τοὺς ἑταίρους ἐλεῶ, ὅτι οἴεσθε τὶ ποιεῖν [173d] οὐδὲν ποιοῦντες. καὶ ἴσως αὖ ὑμεῖς ἐμὲ ἡγεῖσθε κακοδαίμονα εἶναι, καὶ οἴομαι ὑμᾶς ἀληθῆ οἴεσθαι· ἐγὼ μέντοι ὑμᾶς οὐκ οἴομαι ἀλλ᾽ εὖ οἶδα.
ΕΤΑΙΡΟΣ. Ἀεὶ ὅμοιος εἶ, ὦ Ἀπολλόδωρε· ἀεὶ γὰρ σαυτόν τε κακηγορεῖς καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ δοκεῖς μοι ἀτεχνῶς πάντας ἀθλίους ἡγεῖσθαι πλὴν Σωκράτους, ἀπὸ σαυτοῦ ἀρξάμενος. καὶ ὁπόθεν ποτὲ ταύτην τὴν ἐπωνυμίαν ἔλαβες τὸ μαλακὸς καλεῖσθαι, οὐκ οἶδα ἔγωγε· ἐν μὲν γὰρ τοῖς λόγοις ἀεὶ τοιοῦτος εἶ, σαυτῷ τε καὶ τοῖς ἄλλοις ἀγριαίνεις πλὴν Σωκράτους.


Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
[172a] ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Είμαι καλά προετοιμασμένος, πιστεύω, γι᾽ αυτά που ρωτάτε να μάθετε. Νά, έτυχε ν᾽ ανεβαίνω προχτές απ᾽ το σπίτι μου, από το Φάληρο, στην Αθήνα, όταν κάποιος γνωστός μου, που ερχόταν πίσω μου, με είδε, με φώναξε από απόσταση κι είπε με περιπαιχτικό κάλεσμα: «Ε, κύριος, εσύ απ᾽ το Φάληρο, Απολλόδωρε, γιά περίμενε!». Κι εγώ κοντοστάθηκα και τον περίμενα.
Κι εκείνος είπε: «Απολλόδωρε, γιά δες, τώρα τελευταία σ᾽ αναζητούσα, θέλοντας να με κατατοπίσεις διεξοδικά για τη συνομιλία του Αγάθωνα, [172b] του Σωκράτη και του Αλκιβιάδη και των άλλων που παραβρέθηκαν τότε σ᾽ εκείνη τη συνεστίαση για το θέμα του έρωτα, ποιά ήταν· βέβαια κι ένας άλλος μου τη διηγήθηκε, που την είχε ακούσει από τον Φοίνικα, το γιο του Φιλίππου, και πρόσθεσε ότι την ήξερες κι εσύ. Όμως νά, δεν ήταν σε θέση να πει κάτι ξεκάθαρο· λοιπόν, μπες στον κόπο να μου τη διηγηθείς εσύ· γιατί, περισσότερο απ᾽ όποιον άλλο σ᾽ εσένα πέφτει ν᾽ αναδιηγηθείς την ομιλία του συντρόφου σου. Πριν αρχίσεις όμως, λέγε μου, παραβρέθηκες εσύ ο ίδιος σ᾽ αυτή τη συνομιλία ή όχι». Κι εγώ του αποκρίθηκα ότι «Απ᾽ ό,τι φαίνεται, ο αφηγητής σου δε σου αφηγήθηκε τίποτε, [172c] μα τίποτε το ξεκάθαρο, για να πιστεύεις ότι η συνομιλία —αυτή που με ρωτάς— έγινε πρόσφατα, έτσι που να παραβρεθώ κι εγώ». «Ναι, προσωπικά αυτό πιστεύω», αποκρίθηκε. «Από πού κι ως πού, Γλαύκων; του είπα. Αγνοείς ότι πάνε πολλά χρόνια που ο Αγάθων βρίσκεται στα ξένα, ενώ δεν πέρασαν ούτε τρία χρόνια απ᾽ τη μέρα που μοιράζομαι το χρόνο μου με τον Σωκράτη και η καθημερινή φροντίδα μου είναι να μη μου ξεφύγει τίποτα απ᾽ ό,τι λέει και ό,τι πράττει; [173a] Ενώ προηγουμένως τρέχοντας εδώ κι εκεί, έτσι, όπως το ᾽φερνε η τύχη, και πιστεύοντας ότι κάτι κάνω, ήμουν ο πιο αξιοθρήνητος του κόσμου, ούτε λίγο ούτε πολύ όπως εσύ καληώρα, μια και πιστεύεις ότι πρέπει να καταγίνεσαι μ᾽ ό,τι άλλο παρά να φιλοσοφείς». Κι εκείνος είπε: «Μη με ελεεινολογείς, αλλά πες μου πότε έγινε η συνομιλία που λέμε». Κι εγώ του αποκρίθηκα ότι «Ήμασταν ακόμη παιδιά τότε, τη χρονιά που ο Αγάθων πήρε τη νίκη με την παρθενική του τραγωδία, την επομένη της μέρας που τέλεσε τις επινίκιες θυσίες κι ο ίδιος και ο θίασός του». «Άρα πάνε πολλά χρόνια από τότε, όπως φαίνεται, είπε. Αλλά ποιός σου τα διηγήθηκε; Να ᾽λεγα, ο ίδιος ο Σωκράτης;».
[173b] «Όχι, μα τον Δία, αποκρίθηκα, αλλά εκείνος που τα διηγήθηκε στον Φοίνικα· νά, ήταν κάποιος Αριστόδημος, από το δήμο των Κυδαθηναίων, μικροκαμωμένος, ξυπόλυτος μια ζωή· και παραβρέθηκε στη συνομιλία, έτσι που ήταν απ᾽ τους πιο αφοσιωμένους οπαδούς του Σωκράτη εκείνο τον καιρό — αυτή την εντύπωση σχημάτισα. Και δεν έμεινα εκεί, αλλά ρώτησα, τότε κιόλας, τον Σωκράτη για ορισμένα απ᾽ όσα άκουσα απ᾽ εκείνον, κι αυτός με διαβεβαίωσε για την ακρίβεια της διήγησης εκείνου». «Τότε, τί στέκεσαι και δε μου τα διηγείσαι; όπως και να ᾽χει, ο δρόμος για την Αθήνα είναι ό,τι πρέπει για να πορευτούμε μιλώντας κι ακούοντας».
Και νά ᾽μαστε στο δρόμο μας να συζητούμε γι᾽ αυτά, [173c] κι έτσι, όπως είπα στην αρχή, είμαι καλά προετοιμασμένος. Τώρα, αν θεωρείτε υποχρέωσή μου να τα διηγηθώ και σε σας, νιώθω καθήκον μου να το πράξω. Γιατί κι εγώ γενικά, όταν ή ο ίδιος μου αναφέρομαι σε φιλοσοφικά θέματα ή ακούω άλλους να τ᾽ αναπτύσσουν, πέρα από την ωφέλεια που πιστεύω ότι καρπούμαι, νιώθω και χαρά, πώς να το πω, απερίγραπτη· αντίθετα, όταν ακούω γι᾽ άλλα θέματα, προπάντων για τα δικά σας, των πλούσιων και των ανθρώπων του χρήματος, κι ο ίδιος νιώθω αγανάχτηση και για σας, φίλοι μου, νιώθω οίκτο, που πιστεύετε ότι κάτι κάνετε, [173d] ενώ κάνετε ένα μηδενικό. Και ίσως απ᾽ τη μεριά σας να πιστεύετε ότι είμαι κακορίζικος, και πιστεύω ότι είναι πραγματικό αυτό που πιστεύετε· εγώ όμως για σας δεν το πιστεύω, αλλά το ξέρω και το καλοξέρω.
ΕΤΑΙΡΟΣ. Δε λες ν᾽ αλλάξεις ποτέ, Απολλόδωρε· νά, πάντοτε έχεις έναν κακό λόγο και για τον εαυτό σου και για τους άλλους και μου δίνεις την εντύπωση ότι όλους ανεξαίρετα, εκτός από τον Σωκράτη, τους θεωρείς αξιοθρήνητους, — ξεκινώντας από τον εαυτό σου. Τώρα, από πού άραγε σου κόλλησαν αυτό το παρατσούκλι και σε φωνάζουν «ο Μανιακός», δεν το ξέρω· πάντως στην κουβέντα σου τέτοιος είσαι μια ζωή· τα βάζεις και με τον εαυτό σου και μ᾽ όλο τον κόσμο, μ᾽ εξαίρεση τον Σωκράτη.