Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πολιτεία (533a-534a)

[533a] Οὐκέτ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ φίλε Γλαύκων, οἷός τ᾽ ἔσῃ ἀκολουθεῖν —ἐπεὶ τό γ᾽ ἐμὸν οὐδὲν ἂν προθυμίας ἀπολίποι— οὐδ᾽ εἰκόνα ἂν ἔτι οὗ λέγομεν ἴδοις, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ ἀληθές, ὅ γε δή μοι φαίνεται — εἰ δ᾽ ὄντως ἢ μή, οὐκέτ᾽ ἄξιον τοῦτο διισχυρίζεσθαι· ἀλλ᾽ ὅτι μὲν δὴ τοιοῦτόν τι ἰδεῖν, ἰσχυριστέον. ἦ γάρ;
Τί μήν;
Οὐκοῦν καὶ ὅτι ἡ τοῦ διαλέγεσθαι δύναμις μόνη ἂν φήνειεν ἐμπείρῳ ὄντι ὧν νυνδὴ διήλθομεν, ἄλλῃ δὲ οὐδαμῇ δυνατόν;
Καὶ τοῦτ᾽, ἔφη, ἄξιον διισχυρίζεσθαι.
[533b] Τόδε γοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὐδεὶς ἡμῖν ἀμφισβητήσει λέγουσιν, ὡς αὐτοῦ γε ἑκάστου πέρι ὃ ἔστιν ἕκαστον ἄλλη τις ἐπιχειρεῖ μέθοδος ὁδῷ περὶ παντὸς λαμβάνειν. ἀλλ᾽ αἱ μὲν ἄλλαι πᾶσαι τέχναι ἢ πρὸς δόξας ἀνθρώπων καὶ ἐπιθυμίας εἰσὶν ἢ πρὸς γενέσεις τε καὶ συνθέσεις, ἢ πρὸς θεραπείαν τῶν φυομένων τε καὶ συντιθεμένων ἅπασαι τετράφαται· αἱ δὲ λοιπαί, ἃς τοῦ ὄντος τι ἔφαμεν ἐπιλαμβάνεσθαι, γεωμετρίας τε καὶ τὰς ταύτῃ ἑπομένας, ὁρῶμεν ὡς ὀνειρώττουσι μὲν [533c] περὶ τὸ ὄν, ὕπαρ δὲ ἀδύνατον αὐταῖς ἰδεῖν, ἕως ἂν ὑποθέσεσι χρώμεναι ταύτας ἀκινήτους ἐῶσι, μὴ δυνάμεναι λόγον διδόναι αὐτῶν. ᾧ γὰρ ἀρχὴ μὲν ὃ μὴ οἶδε, τελευτὴ δὲ καὶ τὰ μεταξὺ ἐξ οὗ μὴ οἶδεν συμπέπλεκται, τίς μηχανὴ τὴν τοιαύτην ὁμολογίαν ποτὲ ἐπιστήμην γενέσθαι;
Οὐδεμία, ἦ δ᾽ ὅς.
Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἡ διαλεκτικὴ μέθοδος μόνη ταύτῃ πορεύεται, τὰς ὑποθέσεις ἀναιροῦσα, ἐπ᾽ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν [533d] ἵνα βεβαιώσηται, καὶ τῷ ὄντι ἐν βορβόρῳ βαρβαρικῷ τινι τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα κατορωρυγμένον ἠρέμα ἕλκει καὶ ἀνάγει ἄνω, συνερίθοις καὶ συμπεριαγωγοῖς χρωμένη αἷς διήλθομεν τέχναις· ἃς ἐπιστήμας μὲν πολλάκις προσείπομεν διὰ τὸ ἔθος, δέονται δὲ ὀνόματος ἄλλου, ἐναργεστέρου μὲν ἢ δόξης, ἀμυδροτέρου δὲ ἢ ἐπιστήμης —διάνοιαν δὲ αὐτὴν ἔν γε τῷ πρόσθεν που ὡρισάμεθα— ἔστι δ᾽, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, οὐ περὶ [533e] ὀνόματος ἀμφισβήτησις, οἷς τοσούτων πέρι σκέψις ὅσων ἡμῖν πρόκειται.
Οὐ γὰρ οὖν, ἔφη.
Ἀλλ᾽ ὃ ἂν μόνον δηλοῖ πως τὴν ἕξιν σαφηνείᾳ λέγειν ἐν ψυχῇ ‹ἀρκέσει;
Ναί.›
Ἀρκέσει οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὥσπερ τὸ πρότερον, τὴν μὲν πρώτην μοῖραν ἐπιστήμην καλεῖν, δευτέραν δὲ διάνοιαν, [534a] τρίτην δὲ πίστιν καὶ εἰκασίαν τετάρτην· καὶ συναμφότερα μὲν ταῦτα δόξαν, συναμφότερα δ᾽ ἐκεῖνα νόησιν· καὶ δόξαν μὲν περὶ γένεσιν, νόησιν δὲ περὶ οὐσίαν· καὶ ὅτι οὐσία πρὸς γένεσιν, νόησιν πρὸς δόξαν, καὶ ὅτι νόησις πρὸς δόξαν, ἐπιστήμην πρὸς πίστιν καὶ διάνοιαν πρὸς εἰκασίαν· τὴν δ᾽ ἐφ᾽ οἷς ταῦτα ἀναλογίαν καὶ διαίρεσιν διχῇ ἑκατέρου, δοξαστοῦ τε καὶ νοητοῦ, ἐῶμεν, ὦ Γλαύκων, ἵνα μὴ ἡμᾶς πολλαπλασίων λόγων ἐμπλήσῃ ἢ ὅσων οἱ παρεληλυθότες.

[533a] Δε θα είσαι πια σε θέση, φίλε μου Γλαύκων, να με ακολουθήσεις· γιατί όσο για μένα δε θα μου έλειπε καθόλου η προθυμία· κι ούτε θα ᾽βλεπες πια εικόνα απλώς αυτού που λέγαμε, αλλά την ίδια την αλήθεια, καθώς τουλάχιστο μου φανερώνεται εμένα. Αν είναι πραγματικό αυτό το φανέρωμα ή όχι δεν αξίζει να κάθεται κανείς τώρα να αναιρεί τους αντίθετους ισχυρισμούς· αλλά εκείνο που πρέπει να ισχυριστούμε είναι πως υπάρχει ένα τέτοιο πράγμα. Δεν είναι έτσι;
Πώς όχι;
Και ακόμα πως μονάχα η διαλεκτική μπορεί να το φανερώσει στο πνεύμα, που έχει τέλεια προετοιμαστεί με τις επιστήμες που αναφέραμε, και πως με κανένα άλλο τρόπο δεν είναι δυνατό.
Κι αυτό αξίζει να το ισχυριστούμε.
[533b] Αυτό τουλάχιστο κανείς δε θα μπορέσει να μας το αμφισβητήσει, όταν ισχυριζόμαστε πως μια ξεχωριστή έρευνα με τη μέθοδό της, που εφαρμόζεται γενικά σε όλα τα πράγματα, επιχειρεί να βρει τί είναι αυτό καθαυτό το καθένα τους. Ενώ όλες οι άλλες τέχνες ή καταγίνονται με τις δοξασίες και τις επιθυμίες των ανθρώπων ή έχουν στραφεί στην παραγωγή και την κατασκευή και τη συντήρηση των φυσικών προϊόντων ή των κατασκευασμάτων της τέχνης· και οι επίλοιπες που είπαμε πως έρχονται σε κάποιαν επαφή με το καθαυτό ον, όπως η γεωμετρία και οι σχετικές της επιστήμες, βλέπομε πως ονειρεύονται σα στον ύπνο τους [533c] το ον, και τους είναι αδύνατο να το δουν ποτέ πραγματικά στον ξύπνο τους, όσο θα στηρίζουνται απάνω σε υποθέσεις που τις αφήνουν άγγιχτες, επειδή δεν μπορούν να δώσουν το λόγο τους. Γιατί ποιός τρόπος υπάρχει να γίνει ποτέ και να ονομαστεί επιστήμη η απόδειξη εκείνη που αρχή της έχει κάτι που δε γνωρίζει, και το συμπέρασμά της κι όλη η μεταξύ ανάπτυξη είναι ένα σύμπλεγμα από πράγματα που δε γνωρίζει;
Πραγματικώς δεν υπάρχει τρόπος.
Ώστε μονάχα η διαλεκτική ακολουθεί, αφήνοντας κατά μέρος τις υποθέσεις, αυτό το δρόμο προς την αρχή [533d] για να την βεβαιωθεί, και ανασύρει τα μάτια της ψυχής από τον βαρβαρικό εκείνο βόρβορο, που ήταν πραγματικά καταχωσμένα μέσα, και τα υψώνει σιγά σιγά προς τα απάνω με τη βοήθεια και τη συνεργασία των τεχνών που αναφέραμε· τις ονομάσαμε πολλές φορές επιστήμες αυτές τις τέχνες έτσι από συνήθεια, αν και χρειάζουνταν κάποιο άλλο όνομα πιο φωτεινότερο από τη δοξασία και πιο σκοτεινότερο από την επιστήμη· τον όρο διάνοια μεταχειριστήκαμε, μου φαίνεται, κάπου πρωτύτερα. Μα δεν πρόκειται τώρα [533e] ν᾽ ανοίξομε συζήτηση για ονόματα, ενώ έχομε τόσα και τόσα σπουδαιότερα πράματα να εξετάσομε.
Όχι βέβαια.
Φτάνει το όνομα να εξωτερικεύει με κάποια σαφήνεια εκείνα που θέλει να πει η ψυχή.
Ναι.
Η γνώμη μου λοιπόν είναι να εξακολουθούμε, όπως πριν, να ονομάζομε το πρώτο τμήμα επιστήμη, το δεύτερο διάνοια, [534a] πίστη το τρίτο και το τέταρτο εικασία· τα δυο πάλι τελευταία μαζί μ᾽ ένα όνομα να τα λέμε δοξασία, και τα δυο πρώτα νόηση· κι έτσι η δοξασία να είναι ορισμένη για τη γένεση και η νόηση για την ουσία· και ό,τι σχέση έχει η ουσία με τη γένεση, στην ίδια σχέση βρίσκεται και η νόηση με τη δοξασία, και ό,τι η νόηση με τη δοξασία, το ίδιο και η επιστήμη με την πίστη και η διάνοια με την εικασία· ας αφήσομε όμως προς το παρόν με ποιάν αναλογία η δοξασία και η νόηση είναι διαιρεμένες η καθεμιά τους σε δυο τμήματα, μήπως τούτο μας ρίξει μέσα σε πολύ περισσότερους υπολογισμούς απ᾽ όλους τους προηγούμενους.