Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Κύκλωψ (590-607)


590ΟΔ. ἄγε δή, Διονύσου παῖδες, εὐγενῆ τέκνα,
ἔνδον μὲν ἁνήρ· τῶι δ᾽ ὕπνωι παρειμένος
τάχ᾽ ἐξ ἀναιδοῦς φάρυγος ὠθήσει κρέα.
δαλὸς δ᾽ ἔσωθεν αὐλίων †ὠθεῖ† καπνὸν
παρευτρέπισται, κοὐδὲν ἄλλο πλὴν πυροῦν
595Κύκλωπος ὄψιν· ἀλλ᾽ ὅπως ἀνὴρ ἔσηι.
ΧΟ. πέτρας τὸ λῆμα κἀδάμαντος ἕξομεν.
χώρει δ᾽ ἐς οἴκους πρίν τι τὸν πατέρα παθεῖν
ἀπάλαμνον· ὥς σοι τἀνθάδ᾽ ἐστὶν εὐτρεπῆ.
ΟΔ. Ἥφαιστ᾽, ἄναξ Αἰτναῖε, γείτονος κακοῦ
600λαμπρὸν πυρώσας ὄμμ᾽ ἀπαλλάχθηθ᾽ ἅπαξ,
σύ τ᾽, ὦ μελαίνης Νυκτὸς ἐκπαίδευμ᾽, Ὕπνε,
ἄκρατος ἐλθὲ θηρὶ τῶι θεοστυγεῖ,
καὶ μὴ ᾽πὶ καλλίστοισι Τρωϊκοῖς πόνοις
αὐτόν τε ναύτας τ᾽ ἀπολέσητ᾽ Ὀδυσσέα
605ὑπ᾽ ἀνδρὸς ὧι θεῶν οὐδὲν ἢ βροτῶν μέλει.
ἢ τὴν τύχην μὲν δαίμον᾽ ἡγεῖσθαι χρεών,
τὰ δαιμόνων δὲ τῆς τύχης ἐλάσσονα.


590ΟΔΥ. Εμπρός, παιδιά του Βάκχου, τέκνα αρχοντογεννημένα·
μέσα είν᾽ ο άνθρωπός μας, σε βαρύ ύπνο βυθισμένος.
Θα ξεράσει όπου να ᾽ναι όσα έχει φαγωμένα
το ξεδιάντροπο λαρύγγι.
Το δαυλί μες στη σπηλιά βρίσκεται πανέτοιμο
και καλοκαψαλισμένο· τίποτ᾽ άλλο πια δεν μένει:
595να του κάψουμε μονάχα του Πολύφημου το μάτι.
Κοίτα τώρα να ᾽σαι άντρας!
ΧΟΡ. Γρανιτένιο φρόνημα, ηθικό χαλύβδινο!
Έμπα μέσα, να προλάβεις τον πατέρα μας πριν πάθει
καμιά νίλα. Όσο για μας, είμαστε πανέτοιμοι.
ΟΔΥ. Ήφαιστε, θεέ της Αίτνας, βάλε το χεράκι σου,
600να γλιτώσεις μια για πάντα από γείτονα κακόν:
κάμε του κείνο το μάτι παρανάλωμα φωτιάς.
Έλα και συ, που σ᾽ έθρεψεν η μαύρη Νύχτα, Ύπνε,
έλα και πάρε το θεριό σαν δυνατό κρασί.
Θα ᾽ταν κρίμα να χαθούν, μετά τον θρίαμβο της Τροίας,
ο Οδυσσεύς κι οι σύντροφοι στα χέρια ενός που μήτε
605θεούς μήτε κι ανθρώπους ελογάριασε ποτέ του.
Αλλιώς, πρέπει πια την Τύχη να ᾽χουμε όλοι για θεό,
και τους θεούς για υποταχτικούς και μπαίγνια της Τύχης.