Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Κύκλωψ (552-589)


ΚΥ. οὗτος, τί δρᾶις; τὸν οἶνον ἐκπίνεις λάθραι;
ΣΙ. οὔκ, ἀλλ᾽ ἔμ᾽ οὗτος ἔκυσεν ὅτι καλὸν βλέπω.
ΚΥ. κλαύσηι, φιλῶν τὸν οἶνον οὐ φιλοῦντα σέ.
555ΣΙ. οὐ μὰ Δί᾽, ἐπεί μού φησ᾽ ἐρᾶν ὄντος καλοῦ.
ΚΥ. ἔγχει, πλέων δὲ τὸν σκύφον δίδου μόνον.
ΣΙ. πῶς οὖν κέκραται; φέρε διασκεψώμεθα.
ΚΥ. ἀπολεῖς· δὸς οὕτως. ΣΙ. οὐ μὰ δί᾽, οὐ πρὶν ἄν γέ σε
στέφανον ἴδω λαβόντα γεύσωμαί τ᾽ ἔτι.
560ΚΥ. οἱνοχόος ἄδικος. ΣΙ. ‹οὐ› μὰ δί᾽, ἀλλ᾽ οἷνος γλυκύς
ἀπομακτέον δέ σοὐστὶν ὡς λήψηι πιεῖν.
ΚΥ. ἰδού, καθαρὸν τὸ χεῖλος αἱ τρίχες τέ μου.
ΣΙ. θές νυν τὸν ἀγκῶν᾽ εὐρύθμως κἆιτ᾽ ἔκπιε,
ὥσπερ μ᾽ ὁρᾶις πίνοντα χὤσπερ οὐκ ἐμέ.
565ΚΥ. ἆ ἆ, τί δράσεις; ΣΙ. ἡδέως ἠμύστισα.
ΚΥ. λάβ᾽, ὦ ξέν᾽, αὐτὸς οἰνοχόος τέ μοι γενοῦ.
ΟΔ. γιγνώσκεται γοῦν ἅμπελος τἠμῆι χερί.
ΚΥ. φέρ᾽ ἔγχεόν νυν. ΟΔ. ἐγχέω, σίγα μόνον.
ΚΥ. χαλεπὸν τόδ᾽ εἶπας, ὅστις ἂν πίνηι πολύν.
570ΟΔ. ἰδού, λαβὼν ἔκπιθι καὶ μηδὲν λίπηις·
συνεκθανεῖν δὲ σπῶντα χρὴ τῶι πώματι.
ΚΥ. παπαῖ, σοφόν γε τὸ ξύλον τῆς ἀμπέλου.
ΟΔ. κἂν μὲν σπάσηις γε δαιτὶ πρὸς πολλῆι πολύν,
τέγξας ἄδιψον νηδύν, εἰς ὕπνον βαλεῖ,
575ἢν δ᾽ ἐλλίπηις τι, ξηρανεῖ σ᾽ ὁ Βάκχιος.
ΚΥ. ἰοὺ ἰού·
ὡς ἐξένευσα μόγις· ἄκρατος ἡ χάρις.
ὁ δ᾽ οὐρανός μοι συμμεμειγμένος δοκεῖ
τῆι γῆι φέρεσθαι, τοῦ Διός τε τὸν θρόνον
580λεύσσω τὸ πᾶν τε δαιμόνων ἁγνὸν σέβας.
οὐκ ἂν φιλήσαιμ᾽; αἱ Χάριτες πειρῶσί με.
ἅλις· Γανυμήδη τόνδ᾽ ἔχων ἀναπαύσομαι
κάλλιον ἢ τὰς Χάριτας. ἥδομαι δέ πως
τοῖς παιδικοῖσι μᾶλλον ἢ τοῖς θήλεσιν.
585ΣΙ. ἐγὼ γὰρ ὁ Διός εἰμι Γανυμήδης, Κύκλωψ;
ΚΥ. ναὶ μὰ Δί᾽, ὃν ἁρπάζω γ᾽ ἐγὼ ᾽κ τῆς Δαρδάνου.
ΣΙ. ἀπόλωλα, παῖδες· σχέτλια πείσομαι κακά.
ΚΥ. μέμφηι τὸν ἐραστὴν κἀντρυφᾶις πεπωκότι;
ΣΙ. οἴμοι· πικρότατον οἶνον ὄψομαι τάχα.


ΚΥΚ. (Γυρίζει και βλέπει τον Σιληνό μούσκεμα στο κρασί)
Ρε! Τί κάνεις εκεί πέρα; Πας και πίνεις στα κρυφά;
ΣΙΛ. Όχι! Απλώς ένα φιλάκι μου ᾽δωσε (δείχνει το κρασί) γιατί έχω, λέει,
νόστιμα, γλυκά ματάκια.
ΚΥΚ. Πας φιρί φιρί για κλάμα.
Το κρασάκι τ᾽ αγαπάς, αλλ᾽ αυτό δεν σ᾽ αγαπάει.
555ΣΙΛ. Μα τον Δία, μ᾽ αγαπάει· είμαι και πολύ ωραίος.
ΚΥΚ. Άντε βάλε μου κρασί, γέμισέ μου το ποτήρι.
ΣΙΛ. (Σκύβει πάνω απ᾽ το κρασί) Για να δούμε… μήπως έπεσε παραπάνω το νερό;
ΚΥΚ. Θα με σκάσεις! Δωσ᾽ μου το έτσι. ΣΙΛ. Όχι βέβαια! Πρώτα βάλε
στα μαλλιά σου το γιορντάνι — μέχρι που να δοκιμάσω
άλλη μια γουλιά από τούτο.
560ΚΥΚ. Κεραστή, δεν είσ᾽ εντάξει! ΣΙΛ. Κάθε άλλο· μα έχει γλύκα
το κρασάκι, άλλο πράμα!
Άντε και σκουπίσου τώρα, να σου βάλω για να πιεις.
ΚΥΚ. Ορίστε: καθαρίσανε χειλάκια και μουστάκια.
ΣΙΛ. Γείρε τώρα στον αγκώνα σου όμορφα όμορφα και πιες.
Νά: με βλέπεις πώς το πίνω; (Ο Σιληνός βουτάει ολόκληρος μέσα στη νταμιτζάνα και εξαφανίζεται) —Πάντως τώρα δεν με βλέπεις…
565ΚΥΚ. Βρε, βρε συ, τί πας να κάνεις! ΣΙΛ. Αχ! Γλυκό το μονορούφι!
ΚΥΚ. (Απευθύνεται στον Οδυσσέα) Πιάσε, ξένε, τα σύνεργα και γίνε ο κεραστής μου.
ΟΔΥ. Ξέρει καλά το χέρι μου εμέναν᾽ από αμπέλια.
ΚΥΚ. Άντε λοιπόν και βάλε μου! ΟΔΥ. Σου βάζω· μόνο σώπα.
ΚΥΚ. Αυτό κομμάτι δύσκολο, άμα έχεις πιει καμπόσο.
570ΟΔΥ. Ορίστε τώρα, πάρε, πιες, σταγόνα μην αφήσεις.
Άμα γευτείς τέτοιο κρασί, μετά … «νῦν ἀπολύοις».
ΚΥΚ. Πωπώ! Μεγάλη υπόθεση, που λες, τούτο τ᾽ αμπέλι!
ΟΔΥ. Κι αν το τραβήξεις μπόλικο μετά από φαγοπότι,
να σου γεμίσει την κοιλιά, να σου την ξεδιψάσει,
σ᾽ ύπνο γλυκό θα βυθιστείς.
575Άντε, άσπρο πάτο! Ειδαλλιώς, θα σε στεγνώσει ο Βάκχος.
ΚΥΚ. Όι όι όι!
Παραλίγο να βουλιάξω! Τί χαρά — σαν το κρασί, όλη ανέρωτη, αγνή!
Πηγαινοέρχεται ο ουρανός, κι έγινε ένα με τη γη!
580Βλέπω του Διός τον θρόνο και τους πάναγνους θεούς.
Παιχνιδάκια με τις Νύμφες! Πώς μ᾽ ανάβουν, με κορώνουν!
Φτάνει: πάω να πλαγιάσω με τον Γανυμήδη ετούτον (πάει να αρπάξει τον Σιληνό).
Κάνει πιο καλό κρεβάτι παρά όλες οι Νεράιδες.
Εγώ, ξέρεις, προτιμώ τ᾽ αγοράκια πιο πολύ — τις γυναίκες όχι τόσο.
585ΣΙΛ. Πριν που είπες «Γανυμήδη», εμένα είχες στο μυαλό σου;
ΚΥΚ. Μάλιστα: θα σ᾽ απαγάγω απ᾽ τη χώρα της Τρωάδος.
ΣΙΛ. Παιδάκια μου, την έβαψα! Αχ, τί με περιμένει!
ΚΥΚ. Μου κάνεις και ναζάκια, βρε; Σιχαίνεσαι που είμαι
λιγάκι σουρωμένος; Μα εγώ είμ᾽ ο εραστής σου!
ΣΙΛ. Αλίμονό μου, θα μου βγει ξινό σε λίγο το κρασί.
(Ο Κύκλωπας μπαίνει στη σπηλιά αγκαλιά με τον Σιληνό)