Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Κύκλωψ (663-688)


ΕΞΟΔΟΣ


ΚΥ. ὤμοι, κατηνθρακώμεθ᾽ ὀφθαλμοῦ σέλας.
ΧΟ. καλός γ᾽ ὁ παιάν· μέλπε μοι τόνδ᾽ αὖ, Κύκλωψ.
665ΚΥ. ὤμοι μάλ᾽, ὡς ὑβρίσμεθ᾽, ὡς ὀλώλαμεν.
ἀλλ᾽ οὔτι μὴ φύγητε τῆσδ᾽ ἔξω πέτρας
χαίροντες, οὐδὲν ὄντες· ἐν πύλαισι γὰρ
σταθεὶς φάραγγος τῆσδ᾽ ἐναρμόσω χέρας.
ΧΟ. τί χρῆμ᾽ ἀυτεῖς, ὦ Κύκλωψ; ΚΥ. ἀπωλόμην.
670ΧΟ. αἰσχρός γε φαίνηι. ΚΥ. κἀπὶ τοῖσδέ γ᾽ ἄθλιος.
ΧΟ. μεθύων κατέπεσες ἐς μέσους τοὺς ἄνθρακας;
ΚΥ. Οὖτίς μ᾽ ἀπώλεσ᾽. ΧΟ. οὐκ ἄρ᾽ οὐδείς ‹σ᾽› ἠδίκει.
ΚΥ. Οὖτίς με τυφλοῖ βλέφαρον. ΧΟ. οὐκ ἄρ᾽ εἶ τυφλός.
ΚΥ. †ὣς δὴ σύ†. ΧΟ. καὶ πῶς σ᾽ οὔτις ἂν θείη τυφλόν;
675ΚΥ. σκώπτεις. ὁ δ᾽ Οὖτις ποῦ ᾽στιν; ΧΟ. οὐδαμοῦ, Κύκλωψ.
ΚΥ. ὁ ξένος ἵν᾽ ὀρθῶς ἐκμάθηις μ᾽ ἀπώλεσεν,
ὁ μιαρός, ὅς μοι δοὺς τὸ πῶμα κατέκλυσεν.
ΧΟ. δεινὸς γὰρ οἷνος καὶ παλαίεσθαι βαρύς.
ΚΥ. πρὸς θεῶν, πεφεύγασ᾽ ἢ μένουσ᾽ ἔσω δόμων;
680ΧΟ. οὗτοι σιωπῆι τὴν πέτραν ἐπήλυγα
λαβόντες ἑστήκασι. ΚΥ. ποτέρας τῆς χερός;
ΧΟ. ἐν δεξιᾶι σου. ΚΥ. ποῦ; ΧΟ. πρὸς αὐτῆι τῆι πέτραι.
ἔχεις; ΚΥ. κακόν γε πρὸς κακῶι· τὸ κρανίον
παίσας κατέαγα. ΧΟ. καί σε διαφεύγουσί γε.
685ΚΥ. οὐ τῆιδέ πηι, τῆιδ᾽ εἶπας; ΧΟ. οὔ· ταύτηι λέγω.
ΚΥ. πῆι γάρ; ΧΟ. περιάγου κεῖσε, πρὸς τἀριστερά.
ΚΥ. οἴμοι γελῶμαι· κερτομεῖτέ μ᾽ ἐν κακοῖς.
ΧΟ. ἀλλ᾽ οὐκέτ᾽, ἀλλὰ πρόσθεν οὗτός ἐστι σοῦ.


ΕΞΟΔΟΣ


ΚΥΚ. Οϊμέ!
Το φως μου και τα μάτια μου πάνε, μου γίναν στάχτη!
ΧΟΡ. Ανάσταση! Αχ τί καλά! Για ξαναπές το, Κύκλωψ!
665ΚΥΚ. Αλί και τρισαλί! Με φάγανε! Μ᾽ ήβρε κακό μεγάλο!
Όμως δεν έχει να ξεφύγετε μακριά απ᾽ τον βράχο τούτον,
πλάσματα τιποτένια. Στης σπηλιάς αυτής εδώ τις πύλες
θα ᾽ναι φρουροί τα μπράτσα μου, την είσοδο θα φράξουν.
ΧΟΡ. Τί ουρλιαχτά είν᾽ αυτά, βρε Κύκλωπα; ΚΥΚ. Χάθηκα, πάω, ο μαύρος!
670ΧΟΡ. Πάντως έχεις τα χάλια σου. ΚΥΚ. Κι είμαι δυστυχισμένος.
ΧΟΡ. Βρε, πάνω στο μεθύσι σου έπεσες μες στη θράκα;
ΚΥΚ. Με χάλασε ο Κανένας. ΧΟΡ. Ε! Κανένας δεν σου φταίει.
ΚΥΚ. Με τύφλωσε ο Κανένας, βρε! ΧΟΡ. Τότε τυφλός δεν είσαι.
675ΚΥΚ. Με περιπαίζεις. Όμως πού εκρύφτηκε ο Κανένας;
ΧΟΡ. Ο Κανένας; Πουθενά!
ΚΥΚ. Ο ξένος, να σ᾽ το πω απλά, με χάλασε, με ξέκανε,
πανάθεμά τονα, που μ᾽ έπνιξε με το βρωμοκρασί του.
ΧΟΡ. Τρομερό πράμα το κρασί, κι αντίπαλος βαρβάτος.
ΚΥΚ. Πείτε μου, στον θεό σας, φύγανε γιά είν᾽ ακόμα μέσα;
680ΧΟΡ. Πίσω απ᾽ τον βράχον εκρυφτήκανε· εκεί έχουνε λουφάξει.
ΚΥΚ. Στα δεξιά ή στ᾽ αριστερά; ΧΟΡ. Στα δεξιά σου. ΚΥΚ. Πού ᾽ν᾽ τους;
ΧΟΡ. Στον βράχο εκείνον κολλητά. Τους τσάκωσες, τους βρήκες;
ΚΥΚ. (Σκουντουφλάει πάνω στον βράχο) Κι άλλη με βρήκε συμφορά!
Τσάκισα το κεφάλι μου.
ΧΟΡ. Ακόμα να τους πιάσεις, βρε; ΚΥΚ. Μα… από δω μου είπες;
684Ή από την άλλη μήπως;
ΧΟΡ. Όχι από δω — σου ᾽πα, από κει. ΚΥΚ. Μα… πού μου ᾽πες τέλος πάντων;
ΧΟΡ. Στρίψε από κει, αριστερά. ΚΥΚ. Άχου, με περιπαίζουν.
Γελάτε, κοροϊδεύετε τις μαύρες συμφορές μου.
ΧΟΡ. Όχι, όχι τώρα σοβαρά: νά τους, εδώ μπροστά σου!