Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πολιτεία (456a-458e)

[456a] [Καὶ] γυμναστικὴ δ᾽ ἄρα οὔ, οὐδὲ πολεμική, ἡ δὲ ἀπόλεμος καὶ οὐ φιλογυμναστική;
Οἶμαι ἔγωγε.
Τί δέ; φιλόσοφός τε καὶ μισόσοφος; καὶ θυμοειδής, ἡ δ᾽ ἄθυμός ἐστι;
Καὶ ταῦτα.
Ἔστιν ἄρα καὶ φυλακικὴ γυνή, ἡ δ᾽ οὔ. ἢ οὐ τοιαύτην καὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν φυλακικῶν φύσιν ἐξελεξάμεθα;
Τοιαύτην μὲν οὖν.
Καὶ γυναικὸς ἄρα καὶ ἀνδρὸς ἡ αὐτὴ φύσις εἰς φυλακὴν πόλεως, πλὴν ὅσα ἀσθενεστέρα, ἡ δὲ ἰσχυροτέρα ἐστίν.
Φαίνεται.
[456b] Καὶ γυναῖκες ἄρα αἱ τοιαῦται τοῖς τοιούτοις ἀνδράσιν ἐκλεκτέαι συνοικεῖν τε καὶ συμφυλάττειν, ἐπείπερ εἰσὶν ἱκαναὶ καὶ συγγενεῖς αὐτοῖς τὴν φύσιν.
Πάνυ γε.
Τὰ δ᾽ ἐπιτηδεύματα οὐ τὰ αὐτὰ ἀποδοτέα ταῖς αὐταῖς φύσεσιν;
Τὰ αὐτά.
Ἥκομεν ἄρα εἰς τὰ πρότερα περιφερόμενοι, καὶ ὁμολογοῦμεν μὴ παρὰ φύσιν εἶναι ταῖς τῶν φυλάκων γυναιξὶ μουσικήν τε καὶ γυμναστικὴν ἀποδιδόναι.
Παντάπασιν μὲν οὖν.
Οὐκ ἄρα ἀδύνατά γε οὐδὲ εὐχαῖς ὅμοια ἐνομοθετοῦμεν, [456c] ἐπείπερ κατὰ φύσιν ἐτίθεμεν τὸν νόμον· ἀλλὰ τὰ νῦν παρὰ ταῦτα γιγνόμενα παρὰ φύσιν μᾶλλον, ὡς ἔοικε, γίγνεται.
Ἔοικεν.
Οὐκοῦν ἡ ἐπίσκεψις ἡμῖν ἦν εἰ δυνατά γε καὶ βέλτιστα λέγοιμεν;
Ἦν γάρ.
Καὶ ὅτι μὲν δὴ δυνατά, διωμολόγηται;
Ναί.
Ὅτι δὲ δὴ βέλτιστα, τὸ μετὰ τοῦτο δεῖ διομολογηθῆναι;
Δῆλον.
Οὐκοῦν πρός γε τὸ φυλακικὴν γυναῖκα γενέσθαι, οὐκ ἄλλη μὲν ἡμῖν ἄνδρας ποιήσει παιδεία, ἄλλη δὲ γυναῖκας, ἄλλως [456d] τε καὶ τὴν αὐτὴν φύσιν παραλαβοῦσα;
Οὐκ ἄλλη.
Πῶς οὖν ἔχεις δόξης τοῦ τοιοῦδε πέρι;
Τίνος δή;
Τοῦ ὑπολαμβάνειν παρὰ σεαυτῷ τὸν μὲν ἀμείνω ἄνδρα, τὸν δὲ χείρω· ἢ πάντας ὁμοίους ἡγῇ;
Οὐδαμῶς.
Ἐν οὖν τῇ πόλει ἣν ᾠκίζομεν, πότερον οἴει ἡμῖν ἀμείνους ἄνδρας ἐξειργάσθαι τοὺς φύλακας, τυχόντας ἧς διήλθομεν παιδείας, ἢ τοὺς σκυτοτόμους, τῇ σκυτικῇ παιδευθέντας;
Γελοῖον, ἔφη, ἐρωτᾷς.
Μανθάνω, ἔφην. τί δέ; τῶν ἄλλων πολιτῶν οὐχ οὗτοι [456e] ἄριστοι;
Πολύ γε.
Τί δέ; αἱ γυναῖκες τῶν γυναικῶν οὐχ αὗται ἔσονται βέλτισται;
Καὶ τοῦτο, ἔφη, πολύ.
Ἔστι δέ τι πόλει ἄμεινον ἢ γυναῖκάς τε καὶ ἄνδρας ὡς ἀρίστους ἐγγίγνεσθαι;
Οὐκ ἔστιν.
Τοῦτο δὲ μουσική τε καὶ γυμναστικὴ παραγιγνόμεναι, ὡς [457a] ἡμεῖς διήλθομεν, ἀπεργάσονται;
Πῶς δ᾽ οὔ;
Οὐ μόνον ἄρα δυνατὸν ἀλλὰ καὶ ἄριστον πόλει νόμιμον ἐτίθεμεν.
Οὕτως.
Ἀποδυτέον δὴ ταῖς τῶν φυλάκων γυναιξίν, ἐπείπερ ἀρετὴν ἀντὶ ἱματίων ἀμφιέσονται, καὶ κοινωνητέον πολέμου τε καὶ τῆς ἄλλης φυλακῆς τῆς περὶ τὴν πόλιν, καὶ οὐκ ἄλλα πρακτέον· τούτων δ᾽ αὐτῶν τὰ ἐλαφρότερα ταῖς γυναιξὶν ἢ τοῖς ἀνδράσι δοτέον διὰ τὴν τοῦ γένους ἀσθένειαν. ὁ [457b] δὲ γελῶν ἀνὴρ ἐπὶ γυμναῖς γυναιξί, τοῦ βελτίστου ἕνεκα γυμναζομέναις, ἀτελῆ τοῦ γελοίου σοφίας δρέπων καρπόν, οὐδὲν οἶδεν, ὡς ἔοικεν, ἐφ᾽ ᾧ γελᾷ οὐδ᾽ ὅτι πράττει· κάλλιστα γὰρ δὴ τοῦτο καὶ λέγεται καὶ λελέξεται, ὅτι τὸ μὲν ὠφέλιμον καλόν, τὸ δὲ βλαβερὸν αἰσχρόν.
Παντάπασι μὲν οὖν.
Τοῦτο μὲν τοίνυν ἓν ὥσπερ κῦμα φῶμεν διαφεύγειν τοῦ γυναικείου πέρι νόμου λέγοντες, ὥστε μὴ παντάπασι κατακλυσθῆναι τιθέντας ὡς δεῖ κοινῇ πάντα ἐπιτηδεύειν τούς τε [457c] φύλακας ἡμῖν καὶ τὰς φυλακίδας, ἀλλά πῃ τὸν λόγον αὐτὸν αὑτῷ ὁμολογεῖσθαι ὡς δυνατά τε καὶ ὠφέλιμα λέγει;
Καὶ μάλα, ἔφη, οὐ σμικρὸν κῦμα διαφεύγεις.
Φήσεις γε, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὐ μέγα αὐτὸ εἶναι, ὅταν τὸ μετὰ τοῦτο ἴδῃς.
Λέγε δή, ἴδω, ἔφη.
Τούτῳ, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἕπεται νόμος καὶ τοῖς ἔμπροσθεν τοῖς ἄλλοις, ὡς ἐγᾦμαι, ὅδε.
Τίς;
Τὰς γυναῖκας ταύτας τῶν ἀνδρῶν τούτων πάντων πάσας [457d] εἶναι κοινάς, ἰδίᾳ δὲ μηδενὶ μηδεμίαν συνοικεῖν· καὶ τοὺς παῖδας αὖ κοινούς, καὶ μήτε γονέα ἔκγονον εἰδέναι τὸν αὑτοῦ μήτε παῖδα γονέα.
Πολύ, ἔφη, τοῦτο ἐκείνου μεῖζον πρὸς ἀπιστίαν καὶ τοῦ δυνατοῦ πέρι καὶ τοῦ ὠφελίμου.
Οὐκ οἶμαι, ἦν δ᾽ ἐγώ, περί γε τοῦ ὠφελίμου ἀμφισβητεῖσθαι ἄν, ὡς οὐ μέγιστον ἀγαθὸν κοινὰς μὲν τὰς γυναῖκας εἶναι, κοινοὺς δὲ τοὺς παῖδας, εἴπερ οἷόν τε· ἀλλ᾽ οἶμαι περὶ τοῦ εἰ δυνατὸν ἢ μὴ πλείστην ἂν ἀμφισβήτησιν γενέσθαι.
[457e] Περὶ ἀμφοτέρων, ἦ δ᾽ ὅς, εὖ μάλ᾽ ἂν ἀμφισβητηθείη.
Λέγεις, ἦν δ᾽ ἐγώ, λόγων σύστασιν· ἐγὼ δ᾽ ᾤμην ἔκ γε τοῦ ἑτέρου ἀποδράσεσθαι, εἴ σοι δόξειεν ὠφέλιμον εἶναι, λοιπὸν δὲ δή μοι ἔσεσθαι περὶ τοῦ δυνατοῦ καὶ μή.
Ἀλλ᾽ οὐκ ἔλαθες, ἦ δ᾽ ὅς, ἀποδιδράσκων, ἀλλ᾽ ἀμφοτέρων πέρι δίδου λόγον.
Ὑφεκτέον, ἦν δ᾽ ἐγώ, δίκην. τοσόνδε μέντοι χάρισαί [458a] μοι· ἔασόν με ἑορτάσαι, ὥσπερ οἱ ἀργοὶ τὴν διάνοιαν εἰώθασιν ἑστιᾶσθαι ὑφ᾽ ἑαυτῶν, ὅταν μόνοι πορεύωνται. καὶ γὰρ οἱ τοιοῦτοί που, πρὶν ἐξευρεῖν τίνα τρόπον ἔσται τι ὧν ἐπιθυμοῦσι, τοῦτο παρέντες, ἵνα μὴ κάμνωσι βουλευόμενοι περὶ τοῦ δυνατοῦ καὶ μή, θέντες ὡς ὑπάρχον εἶναι ὃ βούλονται, ἤδη τὰ λοιπὰ διατάττουσιν καὶ χαίρουσιν διεξιόντες οἷα δράσουσι γενομένου, ἀργὸν καὶ ἄλλως ψυχὴν ἔτι [458b] ἀργοτέραν ποιοῦντες. ἤδη οὖν καὶ αὐτὸς μαλθακίζομαι, καὶ ἐκεῖνα μὲν ἐπιθυμῶ ἀναβαλέσθαι καὶ ὕστερον ἐπισκέψασθαι, ᾗ δυνατά, νῦν δὲ ὡς δυνατῶν ὄντων θεὶς σκέψομαι, ἄν μοι παριῇς, πῶς διατάξουσιν αὐτὰ οἱ ἄρχοντες γιγνόμενα, καὶ ὅτι πάντων συμφορώτατ᾽ ἂν εἴη πραχθέντα τῇ τε πόλει καὶ τοῖς φύλαξιν. ταῦτα πειράσομαί σοι πρότερα συνδιασκοπεῖσθαι, ὕστερα δ᾽ ἐκεῖνα, εἴπερ παριεῖς.
Ἀλλὰ παρίημι, ἔφη, καὶ σκόπει.
Οἶμαι τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, εἴπερ ἔσονται οἱ ἄρχοντες ἄξιοι [458c] τούτου τοῦ ὀνόματος, οἵ τε τούτοις ἐπίκουροι κατὰ ταὐτά, τοὺς μὲν ἐθελήσειν ποιεῖν τὰ ἐπιταττόμενα, τοὺς δὲ ἐπιτάξειν, τὰ μὲν αὐτοὺς πειθομένους τοῖς νόμοις, τὰ δὲ καὶ μιμουμένους, ὅσα ἂν ἐκείνοις ἐπιτρέψωμεν.
Εἰκός, ἔφη.
Σὺ μὲν τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὁ νομοθέτης αὐτοῖς, ὥσπερ τοὺς ἄνδρας ἐξέλεξας, οὕτω καὶ τὰς γυναῖκας ἐκλέξας παραδώσεις καθ᾽ ὅσον οἷόν τε ὁμοφυεῖς· οἱ δέ, ἅτε οἰκίας τε καὶ συσσίτια κοινὰ ἔχοντες, ἰδίᾳ δὲ οὐδενὸς οὐδὲν τοιοῦτον [458d] κεκτημένου, ὁμοῦ δὴ ἔσονται, ὁμοῦ δὲ ἀναμεμειγμένων καὶ ἐν γυμνασίοις καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ τροφῇ ὑπ᾽ ἀνάγκης οἶμαι τῆς ἐμφύτου ἄξονται πρὸς τὴν ἀλλήλων μεῖξιν. ἢ οὐκ ἀναγκαῖά σοι δοκῶ λέγειν;
Οὐ γεωμετρικαῖς γε, ἦ δ᾽ ὅς, ἀλλ᾽ ἐρωτικαῖς ἀνάγκαις, αἳ κινδυνεύουσιν ἐκείνων δριμύτεραι εἶναι πρὸς τὸ πείθειν τε καὶ ἕλκειν τὸν πολὺν λεών.
Καὶ μάλα, εἶπον. ἀλλὰ μετὰ δὴ ταῦτα, ὦ Γλαύκων, ἀτάκτως μὲν μείγνυσθαι ἀλλήλοις ἢ ἄλλο ὁτιοῦν ποιεῖν οὔτε [458e] ὅσιον ἐν εὐδαιμόνων πόλει οὔτ᾽ ἐάσουσιν οἱ ἄρχοντες.
Οὐ γὰρ δίκαιον, ἔφη.
Δῆλον δὴ ὅτι γάμους τὸ μετὰ τοῦτο ποιήσομεν ἱεροὺς εἰς δύναμιν ὅτι μάλιστα· εἶεν δ᾽ ἂν ἱεροὶ οἱ ὠφελιμώτατοι.
Παντάπασι μὲν οὖν.

[456a] Δεν υπάρχουν επίσης και μερικές ικανές για τη γυμναστική και για τα έργα του πολέμου, και άλλες πάλι που δεν είναι καθόλου κι ούτε τ᾽ αγαπούν αυτά.
Το πιστεύω.
Και τί; γυναίκες ν᾽ αγαπούν τη φιλοσοφία κι άλλες να τη μισούν; ή θυμοειδείς κι άλλες το εναντίο;
Σωστό κι αυτό.
Ώστε υπάρχουν και γυναίκες κατάλληλες να φρουρούν την πόλη κι άλλες όχι· ή δεν παίρναμε με τέτοιες φυσικές ικανότητες τους άνδρες, όταν τους διαλέγαμε για τη φρούρηση της πόλης μας;
Μ᾽ αυτές, μάλιστα.
Ώστε και άντρας και γυναίκα είναι το ίδιο ικανοί να φρουρούν την πόλη, με μόνη τη διαφορά πως είναι δυνατότερος ή αδυνατότερος ο ένας από τον άλλο.
Φαίνεται.
[456b] Οι τέτοιες λοιπόν γυναίκες πρέπει να διαλεχτούν για να συνοικούν με τους τέτοιους άντρες και μαζί τους να φυλάγουν την πόλη, αφού είναι ικανές γι᾽ αυτό κι έχουν την ίδια φυσική προδιάθεση.
Χωρίς άλλο.
Και στις ίδιες φυσικές προδιαθέσεις δεν πρέπει ν᾽ αναθέτομε τις ίδιες εργασίες;
Τις ίδιες.
Νά μας λοιπόν πάλι που φτάσαμε στα ίδια ύστερ᾽ απ᾽ το γύρο που κάναμε, και μένομε σύμφωνοι πως καθόλου αφύσικο δεν είναι να δίνομε στις γυναίκες των φυλάκων γυμναστική και μουσική μόρφωση.
Καθόλου βέβαια.
Ώστε δεν ενομοθετούσαμε αδύνατα πράματα ούτε όμοια με απλήν ευχή, [456c] αφού ο νόμος αυτός είναι σύμφωνος με τη φύση· αλλ᾽ απεναντίας, όπως γίνονται τα πράματα σήμερα, είναι πολύ περισσότερο, καθώς φαίνεται, κάτι παρά φύση.
Έτσι φαίνεται.
Το ζήτημα όμως δεν ήταν ν᾽ αποδείξομε πως αυτά που υποστηρίζομε όχι μόνο μπορούν να γίνουν, αλλά πως είναι συγχρόνως και τα καλύτερα;
Μάλιστα.
Και ότι μπορούν να γίνουν το ᾽χομε πια παραδεχτεί;
Το ᾽χομε.
Ότι είναι και τα καλύτερα, δεν είναι σ᾽ αυτό που μένει τώρα να συμφωνήσομε;
Και βέβαια.
Λοιπόν, για να γίνει η γυναίκα ικανή να φυλάγει την πόλη, διαφορετική από τους άντρες εκπαίδευση θα χρειαστεί να της δώσομε, μια που [456d] έχει προικιστεί κι αυτή με τη ίδια φυσική προδιάθεση;
Όχι διαφορετική.
Και ποιά είναι η ιδέα σου γι᾽ αυτό που θα σ᾽ αρωτήσω.
Το ποιό;
Αν έχεις την ιδέα πως ο ένας άνθρωπος είναι καλύτερος κι ο άλλος χειρότερος· ή τους νομίζεις όλους όμοιους;
Κάθε άλλο.
Στην πολιτεία λοιπόν που θεμελιώναμε, έχεις την ιδέα πως τους φύλακές μας, με την εκπαίδευση που περιγράψαμε, τους κάμαμε άντρες καλύτερους από τους σκυτοτόμους με τη μόρφωση που πήρανε και κείνοι από την τέχνη τους;
Τί γελοία είναι η ερώτησή σου.
Καταλαβαίνω· και από τους άλλους συμπολίτες των δεν είναι αυτοί [456e] οι καλύτεροι;
Και πολύ μάλιστα.
Μα τί; κι οι γυναίκες δε θα ᾽ναι αυτές οι καλύτερες ανάμεσα στις άλλες γυναίκες;
Πολύ βέβαια κι αυτές.
Και υπάρχει τίποτα καλύτερο για την πόλη, παρά να βρίσκουνται μες σ᾽ αυτή όσο μπορεί καλύτερες γυναίκες και άντρες;
Δεν υπάρχει.
Και θα το κατορθώσουν αυτό η μουσική και η γυμναστική, όταν παρουσιαστούν με τον τρόπο [457a] που εμείς είπαμε;
Πώς όχι;
Ώστε όχι μόνο μπορεί να εφαρμοστεί, αλλά και ο καλύτερος για την πόλη είναι ο νόμος που ορίζαμε.
Μάλιστα.
Πρέπει λοιπόν να γυμνωθούν οι γυναίκες των φυλάκων, αφού αντίς για κάθε άλλο φόρεμα θα είναι ντυμένες με την αρετή, και να παίρνουν μέρος στον πόλεμο και στην άλλη φρούρηση της πόλης μας, και καμιά άλλη δουλειά δε θα ᾽χουν να κάνουν· μόνο που θα βάζομε τις γυναίκες στα ελαφρότερα απ᾽ αυτά, απ᾽ ό,τι τους άντρες, ένεκα της αδυναμίας του φύλου των· [457b] και εκείνος που θα γελά για το ξεγύμνωμα των γυναικών, που θα γυμνάζουνται για τον πιο καλύτερο σκοπό, «άμεστο θα τρυγά της γνώσης του γελοίου τον καρπό», και δεν ξέρει, φαίνεται, ούτε γιατί γελά, ούτε και τί κάνει· γιατί είναι και θα είναι πάντα άριστα ειπωμένος ο λόγος που λέει πως είναι ωραίο το ωφέλιμο και άσχημο το βλαβερό.
Έτσι είναι εξάπαντος.
Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο, σαν κύμα να πούμε, που ξεφύγαμε στη συζήτησή μας για το γυναικείο νόμο, ώστε όχι μόνο να μην καταποντιστούμε ολότελα, όταν ορίζομε πως σ᾽ όλα πρέπει από κοινού να καταγίνουνται και οι [457c] φύλακες και οι φυλακίδες μας, αλλά και ν᾽ αποδείξομε πως είναι σύμφωνος με τον εαυτό του ο λόγος όταν λέει πως και να γίνουν μπορούν και ωφέλιμα είναι αυτά.
Πραγματικώς, όχι μικρό κύμα ξεφεύγεις.
Θα πεις όμως πως δεν ήταν και μεγάλο, όταν θα δεις αυτό που έρχεται κατόπι.
Λέγε το να δούμε.

Οι γυναίκες και τα παιδιά να ανήκουν σε όλους
Συνέπεια αυτού του νόμου, και των άλλων που είπαμε πριν, έρχεται, καθώς εγώ νομίζω, ο ακόλουθος.
Ποιός;
Πως οι γυναίκες αυτές αυτών των αντρών πρέπει όλες σε όλους [457d] να είναι κοινές, και καμιά με κανέναν να μη συνοικεί χωριστά· και τα παιδιά να είναι κοινά, και κανένας γονιός να μην ξέρει το παιδί που γεννήθηκε απ᾽ αυτόν, ούτε παιδί το γονιό του.
Πολύ από κείνο δυσκολότερο αυτό να πιστευτεί, και κατά πόσο μπορεί να γίνει και αν είναι και ωφέλιμο.
Δεν πιστεύω τουλάχιστο ως προς το ωφέλιμο να γεννηθούν πολλές αμφισβητήσεις, πως δεν είναι το μεγαλύτερο αγαθό να είναι κοινές για όλους οι γυναίκες, κοινά και τα παιδιά, αν αυτό μπορεί να γίνει· αλλά γι᾽ αυτό ίσα ίσα, για το αν μπορεί να γίνει, είναι που νομίζω πως θα γεννηθεί η μεγαλύτερη αμφισβήτηση.
[457e] Μα θα μπορούσε πολύ καλά και τα δυο να αμφισβητηθούν.
Λες τάχα πως έκαμαν συνασπισμό μεταξύ τους και τα δυο· ενώ εγώ είχα την ιδέα πως θα ξέκοφτα από το ένα τους, αν ήθελες παραδεχτεί το ωφέλιμο, και έτσι θα μου έμενε μόνο να συζητήσω αν είναι πράγμα που μπορεί να γίνει, ή όχι.
Μα δε μου ξέφυγες πως ήθελες να μας το στρίψεις, μα έλα να δώσεις λόγο και για τα δυο.
Θα τη δεχτώ την καταδίκη μου· αυτή μόνο τη μικρή χάρη κάνε [458a] μου· άφησέ με να γιορτάσω, όπως τα νωθρά εκείνα πνεύματα, που συνηθίζουν να τρέφουνται με τη φαντασία τους, όταν περπατούν μονάχοι τους· γιατί αυτοί, καθώς ξέρεις, πριν να βρουν με ποιό τρόπο θα έχουν κάτι που επιθυμούν, τ᾽ αφήνουν αυτό κατά μέρος, για να μην κουράζουνται με τη συλλογή αν μπορεί να γίνει ή όχι, το παίρνουν σα να το ᾽χουν στο χέρι τους σύμφωνα με την επιθυμία τους, και κάθουνται πια και τακτοποιούν τα επίλοιπα, χαίρουν από τα πριν λογαριάζοντας το τί έχουν να κάμουν κατόπι, και αυξαίνουν μόνο περισσότερο ακόμη [458b] τη φυσική νωθρότητα της ψυχής των· έτσι κι εγώ τώρα αισθάνομαι την ίδια τη νωθρότητα να με πιάνει, κι επιθυμώ ν᾽ αναβάλω για υστερότερα την εξέταση κατά πόσο μπορεί να γίνουν εκείνα· τα δέχομαι όμως αυτή τη στιγμή σαν πράματα που μπορούν να γίνουν και προχωρώ να εξετάσω, αν μου δίνεις την άδεια, ποιά μέτρα θα λάβουν οι άρχοντες για την εφαρμογή τους, όταν θα πραγματοποιηθούν, και ν᾽ αποδείξω πως τίποτα δεν θα είναι ωφελιμότερο από την πραγματοποίησή τους και για την πόλη και για τους φύλακές της. Αυτά λοιπόν θα προσπαθήσω να εξετάσω πρώτα μαζί σου κι ύστερα εκείνα τ᾽ άλλα, αν βέβαια μου το επιτρέπεις εσύ.
Μα σου το επιτρέπω, μόνο άρχιζε.
Υποθέτω λοιπόν, αν τουλάχιστο οι άρχοντες θ᾽ αξίζουν [458c] αυτό το όνομα και κατά τον ίδιο λόγο κι οι επίκουροί τους, πως θα θελήσουν κι αυτοί να κάνουν όσα τους προστάζουν και κείνοι να προστάζουν ό,τι επιβάλλει ο νόμος, ή και ό,τι είναι σύμφωνο με το πνεύμα του νόμου, αν καμιά φορά επιτρέψομε να το κρίνουν μόνοι τους.
Πολύ φυσικά.
Εσύ λοιπόν, που είσαι ο νομοθέτης των, όπως διάλεξες τους άντρες έτσι θα διαλέξεις και τις γυναίκες και θα τις παραδώσεις να συμφωνούν όσο μπορεί περισσότερο στις φυσικές των προδιαθέσεις· κι αυτοί πια, αφού θα έχουν κοινές και κατοικίες και συσσίτια, και κανένας των δε θα ᾽χει τίποτα τέτοιο [458d] ιδιαίτερο, και θα είναι όλοι μαζί ανακατωμένοι και στα γυμνάσια και σ᾽ όλη την άλλη τους εκπαίδευση, θα οδηγηθούν, νομίζω, από την έμφυτη ανάγκη να ζευγαρωθούν μεταξύ τους· ή δεν το παραδέχεσαι πως έτσι θα το φέρει η ανάγκη;
Ανάγκη όχι βέβαια γεωμετρική αλλά ερωτική, που έχει πολύ περισσότερη άψη για να φέρνει στα νερά της και να παρασέρνει τον πολύ λαό.
Και πολύ σωστά· αλλά ύστερα απ᾽ αυτά, να γίνουνται, Γλαύκων, αυτά τα ζεγαρώματα μεταξύ τους χωρίς καμιά τάξη, ή και ό,τι άλλο να κάνουν άτακτα, ούτε [458e] όσιο πράγμα θα ήταν μέσα σε πόλη ευτυχισμένων ανθρώπων, ούτε οι άρχοντες θα το επιτρέψουν.
Και δε θα ήταν βέβαια δίκιο.
Ολοφάνερο λοιπόν είναι, κατόπιν απ᾽ αυτό, πως θα κάμομε γάμους όσο μπορεί να γίνει πιο ιερούς· και ιεροί θα είναι οι ωφελιμότεροι.
Εξάπαντος.