Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πολιτεία (373d-375b)

[373d] Οὐκοῦν καὶ ἰατρῶν ἐν χρείαις ἐσόμεθα πολὺ μᾶλλον οὕτω διαιτώμενοι ἢ ὡς τὸ πρότερον;
Πολύ γε.
Καὶ ἡ χώρα γέ που, ἡ τότε ἱκανὴ τρέφειν τοὺς τότε, σμικρὰ δὴ ἐξ ἱκανῆς ἔσται. ἢ πῶς λέγομεν;
Οὕτως, ἔφη.
Οὐκοῦν τῆς τῶν πλησίον χώρας ἡμῖν ἀποτμητέον, εἰ μέλλομεν ἱκανὴν ἕξειν νέμειν τε καὶ ἀροῦν, καὶ ἐκείνοις αὖ τῆς ἡμετέρας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι ἀφῶσιν αὑτοὺς ἐπὶ χρημάτων κτῆσιν ἄπειρον, ὑπερβάντες τὸν τῶν ἀναγκαίων ὅρον;
[373e] Πολλὴ ἀνάγκη, ἔφη, ὦ Σώκρατες.
Πολεμήσομεν δὴ τὸ μετὰ τοῦτο, ὦ Γλαύκων; ἢ πῶς ἔσται;
Οὕτως, ἔφη.
Καὶ μηδέν γέ πω λέγωμεν, ἦν δ᾽ ἐγώ, μήτ᾽ εἴ τι κακὸν μήτ᾽ εἰ ἀγαθὸν ὁ πόλεμος ἐργάζεται, ἀλλὰ τοσοῦτον μόνον, ὅτι πολέμου αὖ γένεσιν ηὑρήκαμεν, ἐξ ὧν μάλιστα ταῖς πόλεσιν καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ κακὰ γίγνεται, ὅταν γίγνηται.
Πάνυ μὲν οὖν.
Ἔτι δή, ὦ φίλε, μείζονος τῆς πόλεως δεῖ οὔ τι σμικρῷ, [374a] ἀλλ᾽ ὅλῳ στρατοπέδῳ, ὃ ἐξελθὸν ὑπὲρ τῆς οὐσίας ἁπάσης καὶ ὑπὲρ ὧν νυνδὴ ἐλέγομεν διαμαχεῖται τοῖς ἐπιοῦσιν.
Τί δέ; ἦ δ᾽ ὅς· αὐτοὶ οὐχ ἱκανοί;
Οὔκ, εἰ σύ γε, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ἡμεῖς ἅπαντες ὡμολογήσαμεν καλῶς, ἡνίκα ἐπλάττομεν τὴν πόλιν· ὡμολογοῦμεν δέ που, εἰ μέμνησαι, ἀδύνατον ἕνα πολλὰς καλῶς ἐργάζεσθαι τέχνας.
Ἀληθῆ λέγεις, ἔφη.
[374b] Τί οὖν; ἦν δ᾽ ἐγώ· ἡ περὶ τὸν πόλεμον ἀγωνία οὐ τεχνικὴ δοκεῖ εἶναι;
Καὶ μάλα, ἔφη.
Ἦ οὖν τι σκυτικῆς δεῖ μᾶλλον κήδεσθαι ἢ πολεμικῆς;
Οὐδαμῶς.
Ἀλλ᾽ ἄρα τὸν μὲν σκυτοτόμον διεκωλύομεν μήτε γεωργὸν ἐπιχειρεῖν εἶναι ἅμα μήτε ὑφάντην μήτε οἰκοδόμον ἀλλὰ σκυτοτόμον, ἵνα δὴ ἡμῖν τὸ τῆς σκυτικῆς ἔργον καλῶς γίγνοιτο, καὶ τῶν ἄλλων ἑνὶ ἑκάστῳ ὡσαύτως ἓν ἀπεδίδομεν, πρὸς ὃ ἐπεφύκει ἕκαστος καὶ ἐφ᾽ ᾧ ἔμελλε τῶν ἄλλων [374c] σχολὴν ἄγων διὰ βίου αὐτὸ ἐργαζόμενος οὐ παριεὶς τοὺς καιροὺς καλῶς ἀπεργάσεσθαι· τὰ δὲ δὴ περὶ τὸν πόλεμον πότερον οὐ περὶ πλείστου ἐστὶν εὖ ἀπεργασθέντα; ἢ οὕτω ῥᾴδιον, ὥστε καὶ γεωργῶν τις ἅμα πολεμικὸς ἔσται καὶ σκυτοτομῶν καὶ ἄλλην τέχνην ἡντινοῦν ἐργαζόμενος, πεττευτικὸς δὲ ἢ κυβευτικὸς ἱκανῶς οὐδ᾽ ἂν εἷς γένοιτο μὴ αὐτὸ τοῦτο ἐκ παιδὸς ἐπιτηδεύων, ἀλλὰ παρέργῳ χρώμενος; [374d] καὶ ἀσπίδα μὲν λαβὼν ἤ τι ἄλλο τῶν πολεμικῶν ὅπλων τε καὶ ὀργάνων αὐθημερὸν ὁπλιτικῆς ἤ τινος ἄλλης μάχης τῶν κατὰ πόλεμον ἱκανὸς ἔσται ἀγωνιστής, τῶν δὲ ἄλλων ὀργάνων οὐδὲν οὐδένα δημιουργὸν οὐδὲ ἀθλητὴν ληφθὲν ποιήσει, οὐδ᾽ ἔσται χρήσιμον τῷ μήτε τὴν ἐπιστήμην ἑκάστου λαβόντι μήτε τὴν μελέτην ἱκανὴν παρασχομένῳ;
Πολλοῦ γὰρ ἄν, ἦ δ᾽ ὅς, τὰ ὄργανα ἦν ἄξια.
Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅσῳ μέγιστον τὸ τῶν φυλάκων ἔργον, [374e] τοσούτῳ σχολῆς τε τῶν ἄλλων πλείστης ἂν εἴη καὶ αὖ τέχνης τε καὶ ἐπιμελείας μεγίστης δεόμενον.
Οἶμαι ἔγωγε, ἦ δ᾽ ὅς.
Ἆρ᾽ οὖν οὐ καὶ φύσεως ἐπιτηδείας εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιτήδευμα;
Πῶς δ᾽ οὔ;
Ἡμέτερον δὴ ἔργον ἂν εἴη, ὡς ἔοικεν, εἴπερ οἷοί τ᾽ ἐσμέν, ἐκλέξασθαι τίνες τε καὶ ποῖαι φύσεις ἐπιτήδειαι εἰς πόλεως φυλακήν.
Ἡμέτερον μέντοι.
Μὰ Δία, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὐκ ἄρα φαῦλον πρᾶγμα ἠράμεθα· ὅμως δὲ οὐκ ἀποδειλιατέον, ὅσον γ᾽ ἂν δύναμις παρείκῃ.
[375a] Οὐ γὰρ οὖν, ἔφη.
Οἴει οὖν τι, ἦν δ᾽ ἐγώ, διαφέρειν φύσιν γενναίου σκύλακος εἰς φυλακὴν νεανίσκου εὐγενοῦς;
Τὸ ποῖον λέγεις;
Οἷον ὀξύν τέ που δεῖ αὐτοῖν ἑκάτερον εἶναι πρὸς αἴσθησιν καὶ ἐλαφρὸν πρὸς τὸ αἰσθανόμενον διωκάθειν, καὶ ἰσχυρὸν αὖ, ἐὰν δέῃ ἑλόντα διαμάχεσθαι.
Δεῖ γὰρ οὖν, ἔφη, πάντων τούτων.
Καὶ μὴν ἀνδρεῖόν γε, εἴπερ εὖ μαχεῖται.
Πῶς δ᾽ οὔ;
Ἀνδρεῖος δὲ εἶναι ἆρα ἐθελήσει ὁ μὴ θυμοειδὴς εἴτε ἵππος εἴτε κύων ἢ ἄλλο ὁτιοῦν ζῷον; ἢ οὐκ ἐννενόηκας ὡς [375b] ἄμαχόν τε καὶ ἀνίκητον θυμός, οὗ παρόντος ψυχὴ πᾶσα πρὸς πάντα ἄφοβός τέ ἐστι καὶ ἀήττητος;
Ἐννενόηκα.
Τὰ μὲν τοίνυν τοῦ σώματος οἷον δεῖ τὸν φύλακα εἶναι, δῆλα.
Ναί.
Καὶ μὴν καὶ τὰ τῆς ψυχῆς, ὅτι γε θυμοειδῆ.
Καὶ τοῦτο.
Πῶς οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Γλαύκων, οὐκ ἄγριοι ἀλλήλοις τε ἔσονται καὶ τοῖς ἄλλοις πολίταις, ὄντες τοιοῦτοι τὰς φύσεις;
Μὰ Δία, ἦ δ᾽ ὅς, οὐ ῥᾳδίως.

[373d] Αλλά λοιπόν και από γιατρούς θα έχομε πολύ μεγαλύτερη ανάγκη, αφού και η δίαιτά μας θα είναι τόσο διαφορετική από πριν.
Και βέβαια.
Και η χώρα λοιπόν, που ήταν ικανή ως τώρα για να τρέφει τους πρώτους εκείνους κατοίκους της, θα καταντήσει έτσι πολύ μικρή γι᾽ αυτό. Ή όχι;
Έτσι είναι.
Δεν θα γίνει λοιπόν ανάγκη να καταπατήσομε μέρος από τη γειτονική μας χώρα, αν θέλομε να έχομε αρκετό τόπο για καλλιέργεια και βοσκή και οι γείτονές μας πάλι δε θα κάμουν το ίδιο, αν κι αυτοί υπερβούν τα όρια του αναγκαίου και ριχτούν στην ικανοποίηση υπέρμετρης πλεονεξίας;
[373e] Ανάγκη πάσα.
Θα ᾽ρθούμε σε πόλεμο μαζί, ύστερ᾽ απ᾽ αυτό, ω Γλαύκων; ή πώς αλλιώς;
Έτσι, όπως το λες.
Κι ας μην κάμομε ακόμη λόγο για τα καλά ή τα κακά, που μπορεί να προέρχουνται απ᾽ τον πόλεμο, μ᾽ ας περιοριστούμε σ᾽ αυτό, πως βρήκαμε τη γέννηση του πολέμου, που τόσα κακά προξενεί και στο κράτος και στους ιδιώτας, όταν προξενεί.
Πολύ σωστά.

Ανάγκη φυλάκων για την περιφρούρηση και την ανάπτυξη της πολιτείας
Ακόμη λοιπόν, φίλε, χρειάζεται να μεγαλώσομε την πόλη μας και όχι ολίγο, [374a] αλλά με ολόκληρο στράτευμα, που θα βγει ν᾽ αποκρούσει την εισβολή του εχθρού και να υπερασπίσει τα υπάρχοντά μας και όλα εκείνα που λέγαμε.
Και πώς; δεν θα είναι εκείνοι οι ίδιοι ικανοί;
Όχι, αν τουλάχιστο ήταν ορθή η αρχή, που παραδέχτηκες και συ και μεις όλοι μας, όταν εχαράζαμε το πρώτο σχέδιο της πολιτείας μας· γιατί παραδεχτήκαμε, καθώς θα θυμάσαι βέβαια, πως είναι αδύνατο ένας και ο αυτός άνθρωπος να εξασκεί καλά πολλές τέχνες συγχρόνως.
Έχεις δίκιο.
[374b] Τί λοιπόν; δε σου φαίνεται πως ο πόλεμος είναι κι αυτός μια τέχνη;
Και πάρα πολύ μάλιστα.
Ή τάχα χρειάζεται περισσότερη επιμέλεια του υποδηματοποιού η τέχνη από την πολεμική;
Κάθε άλλο.
Αλλά όμως στον υποδηματοποιό δεν εδώσαμε την άδεια να θελήσει να κάνει έξαφνα και τη δουλειά του γεωργού συγχρόνως, ή του υφαντή, ή του κτίστη, αν εννοούμε να γίνεται καθώς πρέπει το δικό του το επάγγελμα· το ίδιο και σ᾽ όλους τους άλλους αναθέσαμε μια μόνο εργασία, για κείνη που είναι καθένας γεννημένος, για να την εξασκεί τέλεια [374c] σ᾽ όλη του τη ζωή, χωρίς ν᾽ ανεκατώνεται σε καμιάν άλλη και να παραμελεί τη δική του· ε λοιπόν, για την τέχνη του πολέμου δεν χρειάζεται να δώσομε τη μεγαλύτερη σημασία και φροντίδα να εξασκείται μ᾽ όλη την τελειότητα; ή είναι τόσο εύκολο πράγμα, ώστε να μπορεί να είναι καλός πολεμιστής ένας που κάνει συγχρόνως και το γεωργό, ή τον υποδηματοποιό, ή και όποιαν άλλη τέχνη; Και ενώ, για να διακριθεί κανείς στο τάβλι ή στα ζάρια, θα έπρεπε να καταγίνεται από παιδί και να το έχει δουλειά του χωρίς διακοπή, [374d] θα έφτανε τάχα να πάρει κανείς στα χέρια του την ασπίδα ή οποιοδήποτε από τα πολεμικά του όπλα και όργανα, για να γίνει μονήμερα ικανός αγωνιστής στην οπλασκία ή και σ᾽ όποιο άλλο είδος της τέχνης του πολέμου, ενώ κανένα άλλο εργαλείο δεν αρκεί να το πάρει κανείς στα χέρια του, για τον κάμει αμέσως τεχνίτη και ικανό χειριστή του, ούτε θα του είναι χρήσιμο, αν δεν μάθει κατά βάθος τη χρήση του και καταγίνει μ᾽ όλη του την επιμέλεια;
Αν ήταν βέβαια έτσι, μεγάλη αξία θα είχαν τα εργαλεία.
Λοιπόν, όσο πιο σπουδαίο είναι το έργο αυτών των φρουρών της πολιτείας [374e] τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ανάγκη να μην περισπάται από καμιάν άλλη απασχόληση, αλλά να γίνεται με όλη τη σπουδή και την επιμέλεια.
Κι εγώ αυτής της ιδέας είμαι.
Δε χρειάζεται όμως ακόμα και η κατάλληλη φυσική προδιάθεση γι᾽ αυτό το επάγγελμα;
Πώς όχι;
Δική μας λοιπόν δουλειά θα ήταν, καθώς φαίνεται, τώρα, να εκλέξομε, αν ημπορούμε, ποιές και τί είδους φύσεις είναι κατάλληλες για να φυλάγουν την πόλη.
Δική μας βέβαια.
Μα την αλήθεια, είπα εγώ, δεν παίρνομε και πολύ εύκολο πράγμα επάνω μας· ας μην αποδειλιάσομε όμως κι εμπρός, όσο μας το επιτρέπουν οι δυνάμεις μας.
[375a] Εμπρός λοιπόν.
Βρίσκεις πως διαφέρει τίποτα, όσο για τη φρούρηση, η φύση ενός καλού σκύλου ράτσας από ενός καλού παλληκαριού;
Τί εννοείς δηλαδή;
Θέλω να πω πως κι ο ένας κι ο άλλος πρέπει να έχουν πολύ λεπτή αίσθηση για ν᾽ ανακαλύπτουν τον εχθρό, ελαφρότητα για να τον βάζουν στο κυνηγητό άμα τον ανακαλύψουν, και δύναμη αν γίνει ανάγκη να πιαστούν μαζί του όταν τον προφτάσουν.
Πραγματικώς, είναι απαραίτητα όλ᾽ αυτά.
Μα και ανδρεία ακόμα, για να πολεμά στα γερά.
Πώς όχι;
Αλλά μπορεί ποτέ να είναι ανδρείος ένας ίππος, αν δεν είναι θυμοειδής και να το λέει η καρδιά του, καθώς και ο σκύλος και όποιο άλλο ζώο; Ή δεν έχεις παρατηρήσει πως η καρδιά είναι ένα πράγμα [375b] ακαταμάχητο και ανίκητο και που κάνει την ψυχή άφοβη και ανίκανη να υποχωρήσει εμπρός σ᾽ οποιοδήποτε κίνδυνο;
Βέβαια το γνωρίζω.
Αυτά λοιπόν τα σωματικά προτερήματα είναι φανερό πως πρέπει να έχει ο φρουρός.
Ναι.
Επίσης και η ψυχή του είναι φανερό πως πρέπει να είναι θυμοειδής.
Και αυτό.
Ναι, μα δε θα είναι, Γλαύκων, άγριοι και μεταξύ των και με τους άλλους πολίτες, αφού θα έχουν αυτά τα φυσικά που είπαμε;
Δύσκολο, μα την αλήθεια, να το αρνηθεί κανείς.