Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Κατάπλους ἢ Τύραννος (3-4)


ΚΛΩΘΩ
[3] Μηκέτι χαλέπαινε, ὦ Χάρων· πλησίον γὰρ αὐτὸς οὗτος, ὡς ὁρᾷς, πολλούς τινας ἡμῖν ἄγων, μᾶλλον δὲ ὥσπερ τι αἰπόλιον ἀθρόους αὐτοὺς τῇ ῥάβδῳ σοβῶν. ἀλλὰ τί τοῦτο; δεδεμένον τινὰ ἐν αὐτοῖς καὶ ἄλλον γελῶντα ὁρῶ, ἕνα δέ τινα καὶ πήραν ἐξημμένον καὶ ξύλον ἐν τῇ χειρὶ ἔχοντα, δριμὺ ἐνορῶντα καὶ τοὺς ἄλλους ἐπισπεύδοντα. οὐχ ὁρᾷς δὲ καὶ τὸν Ἑρμῆν αὐτὸν ἱδρῶτι ῥεόμενον καὶ τὼ πόδε κεκονιμένον καὶ πνευστιῶντα; μεστὸν γοῦν ἄσθματος αὐτῷ τὸ στόμα. τί ταῦτα, ὦ Ἑρμῆ; τίς ἡ σπουδή; τεταραγμένῳ γὰρ ἡμῖν ἔοικας.
ΕΡΜΗΣ
Τί δ᾽ ἄλλο, ὦ Κλωθοῖ, ἢ τουτονὶ τὸν ἀλιτήριον ἀποδράντα μεταδιώκων ὀλίγου δεῖν λιπόνεως ὑμῖν τήμερον ἐγενόμην;
ΚΛΩΘΩ
Τίς δ᾽ ἐστίν; ἢ τί βουλόμενος ἀπεδίδρασκε;
ΕΡΜΗΣ
Τουτὶ μὲν πρόδηλον, ὅτι ζῆν μᾶλλον ἐβούλετο. ἔστι δὲ βασιλεύς τις ἢ τύραννος, ἀπὸ γοῦν τῶν ὀδυρμῶν καὶ ὧν ἀνακωκύει, πολλῆς τινος εὐδαιμονίας ἐστερῆσθαι λέγων.
ΚΛΩΘΩ
Εἶθ᾽ ὁ μάταιος ἀπεδίδρασκεν, ὡς ἐπιβιῶναι δυνάμενος, ἐπιλελοιπότος ἤδη τοῦ ἐπικεκλωσμένου αὐτῷ νήματος;
ΕΡΜΗΣ
[4] Ἀπεδίδρασκε, λέγεις; εἰ γὰρ μὴ ὁ γενναιότατος οὗτος, ὁ τὸ ξύλον, συνήργησέ μοι καὶ συλλαβόντες αὐτὸν ἐδήσαμεν, κἂν ᾤχετο ἡμᾶς ἀποφυγών· ἀφ᾽ οὗ γάρ μοι παρέδωκεν αὐτὸν ἡ Ἄτροπος, παρ᾽ ὅλην τὴν ὁδὸν ἀντέτεινε καὶ ἀντέσπα, καὶ τὼ πόδε ἀντερείδων πρὸς τὸ ἔδαφος οὐ παντελῶς εὐάγωγος ἦν· ἐνίοτε δὲ καὶ ἱκέτευε καὶ κατελιπάρει, ἀφεθῆναι πρὸς ὀλίγον ἀξιῶν καὶ πολλὰ δώσειν ὑπισχνούμενος. ἐγὼ δέ, ὥσπερ εἰκός, οὐκ ἀνίειν ὁρῶν ἀδυνάτων ἐφιέμενον. ἐπεὶ δὲ κατ᾽ αὐτὸ ἤδη τὸ στόμιον ἦμεν, ἐμοῦ τοὺς νεκρούς, ὡς ἔθος, ἀπαριθμοῦντος τῷ Αἰακῷ κἀκείνου λογιζομένου αὐτοὺς πρὸς τὸ παρὰ τῆς σῆς ἀδελφῆς πεμφθὲν αὐτῷ σύμβολον, λαθὼν οὐκ οἶδ᾽ ὅπως ὁ τρισκατάρατος ἀπιὼν ᾤχετο. ἐνέδει οὖν νεκρὸς εἷς τῷ λογισμῷ, καὶ ὁ Αἰακὸς ἀνατείνας τὰς ὀφρῦς, «Μὴ ἐπὶ πάντων, ὦ Ἑρμῆ,» φησί, «χρῶ τῇ κλεπτικῇ, ἅλις σοι αἱ ἐν οὐρανῷ παιδιαί· τὰ νεκρῶν δὲ ἀκριβῆ καὶ οὐδαμῶς λαθεῖν δυνάμενα. τέτταρας, ὡς ὁρᾷς, πρὸς τοῖς χιλίοις ἔχει τὸ σύμβολον ἐγκεχαραγμένους, σὺ δέ μοι παρ᾽ ἕνα ἥκεις ἄγων, εἰ μὴ τοῦτο φής, ὡς παραλελόγισταί σε ἡ Ἄτροπος.» ἐγὼ δὲ ἐρυθριάσας πρὸς τὸν λόγον ταχέως ὑπεμνήσθην τῶν κατὰ τὴν ὁδόν, κἀπειδὴ περιβλέπων οὐδαμοῦ τοῦτον εἶδον, συνεὶς τὴν ἀπόδρασιν ἐδίωκον ὡς εἶχον τάχους κατὰ τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸ φῶς· εἵπετο δὲ αὐθαίρετός μοι ὁ βέλτιστος οὗτος, καὶ ὥσπερ ἀπὸ ὕσπληγγος θέοντες καταλαμβάνομεν αὐτὸν ἤδη ἐν Ταινάρῳ· παρὰ τοσοῦτον ἦλθε διαφυγεῖν.


ΚΛΩΘΩ
[3] Μην αγανακτείς, Χάροντα· καταφθάνει ο ίδιος αυτοπροσώπως, όπως βλέπεις, φέρνοντάς μας πολύ κόσμο, ή καλύτερα κυνηγώντας τους όλους μαζί με το ραβδί του σαν κοπάδι κατσικιών. Μα τί είναι τούτο; Ανάμεσά τους βλέπω κάποιον δεμένο και έναν άλλο να γελάει κι έναν ακόμη που έχει ένα σακούλι κρεμασμένο στον ώμο και κρατάει στο χέρι ένα ξύλο, κοιτάζει αυστηρά και παροτρύνει τους άλλους να βιαστούν. Δεν βλέπεις και τον ίδιο τον Ερμή, που είναι καταϊδρωμένος, με κατασκονισμένα πόδια και λαχανιασμένος; Του κόπηκε η αναπνοή απ᾽ το λαχάνιασμα. Τί συμβαίνει, Ερμή; Γιατί αυτή η βιασύνη; Ταραγμένος μάς φαίνεσαι.
ΕΡΜΗΣ
Τί άλλο, Κλωθώ; Κυνηγώντας αυτόν εδώ τον καταραμένο, που δραπέτευσε, παρά λίγο σήμερα να μην πρόφταινα το καράβι.
ΚΛΩΘΩ
Ποιός είναι; Και τί ήθελε και προσπαθούσε να δραπετεύσει;
ΕΡΜΗΣ
Αυτό το τελευταίο είναι ολοφάνερο, ότι προτιμούσε να συνεχίσει να ζει. Είναι κάποιος βασιλιάς ή τύραννος, όσο τουλάχιστον φαίνεται από τους θρήνους του και από όσα ξεφωνίζει, λέγοντας ότι έχει στερηθεί μεγάλη ευημερία.
ΚΛΩΘΩ
Και προσπαθούσε, ο ανόητος, να δραπετεύσει, σαν να μπορούσε να συνεχίσει τη ζωή του, ενώ ήδη έχει τελειώσει το νήμα που ήταν καθορισμένο να κλωστεί γι᾽ αυτόν;
ΕΡΜΗΣ
[4] Προσπαθούσε, είπες, να δραπετεύσει; Αν δεν με βοηθούσε αυτός ο λεβέντης, αυτός με το ξύλο, να τον πιάσουμε και να τον δέσουμε, ήδη θα είχε φύγει και θα είχε εξαφανιστεί. Γιατί από την πρώτη στιγμή που μου τον παρέδωσε η Άτροπος, σε όλο τον δρόμο αντιστεκόταν και τραβούσε προς τα πίσω και, στυλώνοντας τα πόδια του στο έδαφος, δεν σε διευκόλυνε καθόλου να τον καθοδηγήσεις. Μερικές φορές μάλιστα ικέτευε και εκλιπαρούσε· ζητούσε να τον αφήσουμε για λίγο και υποσχόταν να δώσει πολλά. Εγώ βέβαια, όπως ήταν φυσικό, δεν τον άφηνα, καθώς έβλεπα ότι οι επιθυμίες του αυτές δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθούν. Όταν λοιπόν φτάσαμε πια μπροστά στην είσοδο, κι εγώ άρχισα, όπως το συνηθίζω, να καταμετρώ τους νεκρούς για τον Αιακό, κι εκείνος να τους αντιπαραβάλλει με τον κατάλογο που του είχε στείλει η αδελφή σου, δεν κατάλαβα πώς αυτός ο τρισκαταραμένος σηκώθηκε κι έφυγε. Έλειπε λοιπόν ένας νεκρός κατά την αντιπαραβολή, και ο Αιακός σήκωσε τα φρύδια και μου είπε: «Μη χρησιμοποιείς παντού το κλέψιμο, Ερμή· φτάνουν τα παιχνίδια που παίζεις στον ουρανό· τα θέματα των νεκρών είναι καθορισμένα, και κανείς δεν ξεφεύγει με κανέναν τρόπο. Όπως βλέπεις, ο κατάλογος έχει καταγραμμένους χίλιους τέσσερις, ενώ εσύ ήρθες και μου έφερες έναν λιγότερο· εκτός αν μου πεις ότι σε ξεγέλασε η Άτροπος». Εγώ κατακοκκίνισα με τα λόγια αυτά, και αμέσως θυμήθηκα όσα έγιναν στον δρόμο, και, καθώς κοιτάζοντας τριγύρω δεν τον είδα αυτόν πουθενά, κατάλαβα ότι δραπέτευσε κι άρχισα να τον κυνηγώ όσο μπορούσα γρηγορότερα, παίρνοντας τον δρόμο που οδηγούσε προς το φως. Με ακολούθησε, με δική του πρωτοβουλία, αυτός ο εξαιρετικός άνθρωπος και, τρέχοντας σαν να ήμασταν σε αγώνες δρόμου, τον προφτάσαμε σχεδόν κοντά στο Ταίναρο· τόσο έλειψε να μας ξεφύγει.