Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Νεκρικοὶ Διάλογοι (1.1-1.4)


1. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΔΕΥΚΟΥΣ


ΔΙΟΓΕΝΗΣ
[1.1] Ὦ Πολύδευκες, ἐντέλλομαί σοι, ἐπειδὰν τάχιστα ἀνέλθῃς, —σὸν γάρ ἐστιν, οἶμαι, ἀναβιῶναι αὔριον— ἤν που ἴδῃς Μένιππον τὸν κύνα, —εὕροις δ᾽ ἂν αὐτὸν ἐν Κορίνθῳ κατὰ τὸ Κράνειον ἢ ἐν Λυκείῳ τῶν ἐριζόντων πρὸς ἀλλήλους φιλοσόφων καταγελῶντα— εἰπεῖν πρὸς αὐτόν, ὅτι σοί, ὦ Μένιππε, κελεύει ὁ Διογένης, εἴ σοι ἱκανῶς τὰ ὑπὲρ γῆς καταγεγέλασται, ἥκειν ἐνθάδε πολλῷ πλείω ἐπιγελασόμενον· ἐκεῖ μὲν γὰρ ἐν ἀμφιβόλῳ σοὶ ἔτι ὁ γέλως ἦν καὶ πολὺ τὸ «τίς γὰρ ὅλως οἶδε τὰ μετὰ τὸν βίον;», ἐνταῦθα δὲ οὐ παύσῃ βεβαίως γελῶν καθάπερ ἐγὼ νῦν, καὶ μάλιστα ἐπειδὰν ὁρᾷς τοὺς πλουσίους καὶ σατράπας καὶ τυράννους οὕτω ταπεινοὺς καὶ ἀσήμους, ἐκ μόνης οἰμωγῆς διαγινωσκομένους, καὶ ὅτι μαλθακοὶ καὶ ἀγεννεῖς εἰσι μεμνημένοι τῶν ἄνω. ταῦτα λέγε αὐτῷ, καὶ προσέτι ἐμπλησάμενον τὴν πήραν ἥκειν θέρμων τε πολλῶν καὶ εἴ που εὕροι ἐν τῇ τριόδῳ Ἑκάτης δεῖπνον κείμενον ἢ ᾠὸν ἐκ καθαρσίου ἤ τι τοιοῦτον.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
[1.2] Ἀλλ᾽ ἀπαγγελῶ ταῦτα, ὦ Διόγενες. ὅπως δὲ εἰδῶ μάλιστα ὁποῖός τίς ἐστι τὴν ὄψιν—
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Γέρων, φαλακρός, τριβώνιον ἔχων πολύθυρον, ἅπαντι ἀνέμῳ ἀναπεπταμένον καὶ ταῖς ἐπιπτυχαῖς τῶν ῥακίων ποικίλον, γελᾷ δ᾽ ἀεὶ καὶ τὰ πολλὰ τοὺς ἀλαζόνας τούτους φιλοσόφους ἐπισκώπτει.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Ῥᾴδιον εὑρεῖν ἀπό γε τούτων.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Βούλει καὶ πρὸς αὐτοὺς ἐκείνους ἐντείλωμαί τι τοὺς φιλοσόφους;
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Λέγε· οὐ βαρὺ γὰρ οὐδὲ τοῦτο.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Τὸ μὲν ὅλον παύσασθαι αὐτοῖς παρεγγύα ληροῦσι καὶ περὶ τῶν ὅλων ἐρίζουσιν καὶ κέρατα φύουσιν ἀλλήλοις καὶ κροκοδείλους ποιοῦσι καὶ τὰ τοιαῦτα ἄπορα ἐρωτᾶν διδάσκουσι τὸν νοῦν.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Ἀλλὰ ἐμὲ ἀμαθῆ καὶ ἀπαίδευτον εἶναι φάσκουσι κατηγοροῦντα τῆς σοφίας αὐτῶν.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Σὺ δὲ οἰμώζειν αὐτοὺς παρ᾽ ἐμοῦ λέγε.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Καὶ ταῦτα, ὦ Διόγενες, ἀπαγγελῶ.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
[1.3] Τοῖς πλουσίοις δ᾽, ὦ φίλτατον Πολυδεύκιον, ἀπάγγελλε ταῦτα παρ᾽ ἡμῶν· τί, ὦ μάταιοι, τὸν χρυσὸν φυλάττετε; τί δὲ τιμωρεῖσθε ἑαυτοὺς λογιζόμενοι τοὺς τόκους καὶ τάλαντα ἐπὶ ταλάντοις συντιθέντες, οὓς χρὴ ἕνα ὀβολὸν ἔχοντας ἥκειν μετ᾽ ὀλίγον;
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Εἰρήσεται καὶ ταῦτα πρὸς ἐκείνους.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Ἀλλὰ καὶ τοῖς καλοῖς τε καὶ ἰσχυροῖς λέγε, Μεγίλλῳ τε τῷ Κορινθίῳ καὶ Δαμοξένῳ τῷ παλαιστῇ, ὅτι παρ᾽ ἡμῖν οὔτε ἡ ξανθὴ κόμη οὔτε τὰ χαροπὰ ἢ μέλανα ὄμματα ἢ ἐρύθημα ἐπὶ τοῦ προσώπου ἔτι ἔστιν ἢ νεῦρα εὔτονα ἢ ὦμοι καρτεροί, ἀλλὰ πάντα μία ἡμῖν κόνις, φασί, κρανία γυμνὰ τοῦ κάλλους.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Οὐ χαλεπὸν οὐδὲ ταῦτα εἰπεῖν πρὸς τοὺς καλοὺς καὶ ἰσχυρούς.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
[1.4] Καὶ τοῖς πένησιν, ὦ Λάκων, —πολλοὶ δ᾽ εἰσὶ καὶ ἀχθόμενοι τῷ πράγματι καὶ οἰκτείροντες τὴν ἀπορίαν— λέγε μήτε δακρύειν μήτε οἰμώζειν διηγησάμενος τὴν ἐνταῦθα ἰσοτιμίαν, καὶ ὅτι ὄψονται τοὺς ἐκεῖ πλουσίους οὐδὲν ἀμείνους αὑτῶν· καὶ Λακεδαιμονίοις δὲ τοῖς σοῖς ταῦτα, εἰ δοκεῖ, παρ᾽ ἐμοῦ ἐπιτίμησον λέγων ἐκλελύσθαι αὐτούς.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Μηδέν, ὦ Διόγενες, περὶ Λακεδαιμονίων λέγε· οὐ γὰρ ἀνέξομαί γε. ἃ δὲ πρὸς τοὺς ἄλλους ἔφησθα, ἀπαγγελῶ.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Ἐάσωμεν τούτους, ἐπεί σοι δοκεῖ· σὺ δὲ οἷς προεῖπον ἀπένεγκον παρ᾽ ἐμοῦ τοὺς λόγους.


1. ΔΙΟΓΕΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΥΔΕΥΚΗ


ΔΙΟΓΕΝΗΣ
[1.1] Πολυδεύκη, έχω να σου δώσω μια παραγγελιά: αμέσως μόλις ανεβείς επάνω —μια και είναι σειρά σου να ξαναζωντανέψεις αύριο—, αν δεις κάπου τον Μένιππο τον κυνικό —θα μπορούσες να τον βρεις στην Κόρινθο, στην πε ριοχή του Κράνειου, ή στο Λύκειο, να περιγελά τους φιλοσόφους που λογομαχούνε μεταξύ τους—, να του πεις: «Μένιππε, ο Διογένης σού παραγγέλλει, αν έχεις περιγελάσει αρκετά όσα γίνονται στον επάνω κόσμο, να έρθεις εδωπέρα, για να γελάσεις πολύ περισσότερο· γιατί εκειπέρα το γέλιο σου είχε ακόμη κάποια αβεβαιότητα, και πολλοί λέγανε «ποιός τάχα ξέρει τί υπάρχει μετά απ᾽ αυτή τη ζωή;», εδωπέρα όμως σίγουρα δεν θα πάψεις να γελάς, όπως εγώ τώρα, και μάλιστα όταν βλέπεις τους πλουσίους και τους σατράπες και τους τυράννους τόσο παρακατιανούς και ασήμαντους, να αναγνωρίζονται μόνο από τον θρήνο τους και από το γεγονός ότι είναι θηλυπρεπείς και αναξιοπρεπείς, όταν θυμούνται τα επάνω».
Αυτά να του πεις, κι ακόμη να έρθει έχοντας γεμίσει το σακούλι του με πολλά λούπινα, και αν κάπου βρει αφημένη σε τρίστρατο κάποια προσφορά στην Εκάτη ή κανένα αβγό από καθαρμό ή κάτι παρόμοιο.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
[1.2] Θα του τα μεταφέρω αυτά, Διογένη. Αλλά για να ξέρω σίγουρα τί λογής είναι στην εμφάνισή του—
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Είναι γέροντας, φαλακρός, και φοράει ένα τριμμένο πανωφόρι γεμάτο παράθυρα, ορθάνοιχτο σε κάθε άνεμο, και πολύχρωμο από τα μπαλώματα με κουρέλια. Γελάει συνεχώς, και πολύ συχνά κοροϊδεύει αυτούς τους κομπογιανίτες φιλοσόφους.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Εύκολο να τον βρω με αυτά τα χαρακτηριστικά.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Θέλεις να σου δώσω και μια παραγγελιά για τους ίδιους τους φιλοσόφους εκείνους;
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Πες μου· δεν είναι δύσκολο ούτε κι αυτό.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Πρώτα απ᾽ όλα σύστησέ τους να σταματήσουνε να λένε ανοησίες και να λογομαχούνε για τα πάντα και να φυτεύουνε κέρατα ο ένας στον άλλο και να φτιάχνουν κροκοδείλους και να εξασκούνε το μυαλό να ρωτάει τέτοιους δυσεπίλυτους γρίφους.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Ναι, αλλά εμένα με λένε αμόρφωτο και απαίδευτο, που κακολογώ τη σοφία τους.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Κι εσύ πες τους εκ μέρους μου «καλά κλάματα».
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Κι αυτά, Διογένη, θα τους τα μεταφέρω.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
[1.3] Και στους πλουσίους, αγαπητέ μου Πολυδευκούλη, δώσε τούτο το μήνυμα από μέρους μας: Γιατί φυλάγετε το χρυσάφι, ανόητοι; Γιατί αυτοτιμωρείστε λογαριάζοντας τους τόκους και συσσωρεύοντας τάλαντα πάνω στα τάλαντα, ενώ μετά από λίγο θα χρειαστεί να έρθετε εδώ έχοντας μόνο έναν οβολό;
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Θα τα πω κι αυτά σ᾽ εκείνους.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Αλλά και στους όμορφους και στους δυνατούς να πεις, στον Μέγιλλο τον Κορίνθιο και στον Δαμόξενο τον παλαιστή, ότι σ᾽ εμάς εδώ δεν υπάρχουν πια ούτε τα ξανθά μαλλιά ούτε τα γκριζογάλανα ή τα μαύρα μάτια ή το ροδοκόκκινο πρόσωπο, ούτε γεροδεμένοι μύες ή στιβαροί ώμοι, αλλά όλα γίνονται εδώ μία σκόνη, όπως λένε, κρανία γυμνωμένα από ομορφιά.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Δεν είναι δύσκολο ούτε αυτά να τα πω στους όμορφους και στους δυνατούς.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
[1.4] Και στους φτωχούς, Σπαρτιάτη, —είναι και πολλοί, και στενοχωριούνται για την κατάστασή τους και κλαίγονται για τη φτώχεια τους— πες τους να μην κλαίνε και να μη θρηνούν. Εξήγησέ τους την ισότητα δικαιωμάτων που υπάρχει εδώ, και ότι θα δουν όσους ήταν πλούσιοι εκεί να μην είναι καθόλου ανώτεροί τους. Και τους Λακεδαιμονίους, τους δικούς σου, να τους μαλώσεις εκ μέρους μου, αν θέλεις, λέγοντάς τους ότι παραέχουν χαλαρώσει.
ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
Μη λες τίποτε, Διογένη, για τους Λακεδαιμονίους, γιατί δεν θα το ανεχτώ. Εκείνα όμως που μου είπες για τους άλλους, θα τους τα μεταφέρω.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Ας τους αφήσουμε αυτούς, αφού το θέλεις. Εσύ όμως δώσε από μένα τα μηνύματα σ᾽ εκείνους που προανέφερα.