Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Σφῆκες (1-53)


ΣΩΣΙΑΣ
Οὗτος, τί πάσχεις, ὦ κακόδαιμον Ξανθία;
ΞΑΝΘΙΑΣ
φυλακὴν καταλύειν νυκτερινὴν διδάσκομαι.
ΣΩ. κακὸν ἆρα ταῖς πλευραῖς τι προὐφείλεις μέγα.
ἆρ᾽ οἶσθά γ᾽ οἷον κνώδαλον φυλάττομεν;
5 ΞΑ. οἶδ᾽· ἀλλ᾽ ἐπιθυμῶ σμικρὸν ἀπομερμηρίσαι.
ΣΩ. σὺ δ᾽ οὖν παρακινδύνευ᾽, ἐπεὶ καὐτοῦ γ᾽ ἐμοῦ
κατὰ τοῖν κόραιν ὕπνου τι καταχεῖται γλυκύ.
ΞΑ. ἀλλ᾽ ἦ παραφρονεῖς ἐτεὸν ἢ κορυβαντιᾷς;
ΣΩ. οὔκ, ἀλλ᾽ ὕπνος μ᾽ ἔχει τις ἐκ Σαβαζίου.
10 ΞΑ. τὸν αὐτὸν ἄρ᾽ ἐμοὶ βουκολεῖς Σαβάζιον.
κἀμοὶ γὰρ ἀρτίως ἐπεστρατεύσατο
Μῆδός τις ἐπὶ τὰ βλέφαρα νυστακτὴς ὕπνος·
καὶ δῆτ᾽ ὄναρ θαυμαστὸν εἶδον ἀρτίως.
ΣΩ. κἄγωγ᾽ ἀληθῶς οἷον οὐδεπώποτε.
15 ἀτὰρ σὺ λέξον πρότερος. ΞΑ. ἐδόκουν αἰετὸν
καταπτόμενον εἰς τὴν ἀγορὰν μέγαν πάνυ
ἀναρπάσαντα τοῖς ὄνυξιν ἀσπίδα
φέρειν ἐπίχαλκον ἀνεκὰς εἰς τὸν οὐρανόν,
κἄπειτα ταύτην ἀποβαλεῖν Κλεώνυμον.
20 ΣΩ. οὐδὲν ἄρα γρίφου διαφέρει Κλεώνυμος.
«πῶς δή» προερεῖ τις τοῖσι συμπόταις, «λέγω,
ὅτι ταὐτὸν ἐν γῇ τ᾽ ἀπέβαλεν κἀν οὐρανῷ
κἀν τῇ θαλάττῃ θηρίον τὴν ἀσπίδα;»
ΞΑ. οἴμοι, τί δῆτά μοι κακὸν γενήσεται
25 ἰδόντι τοιοῦτον ἐνύπνιον; ΣΩ. μὴ φροντίσῃς·
οὐδὲν γὰρ ἔσται δεινόν, οὐ μὰ τοὺς θεούς.
ΞΑ. δεινόν γέ πού ᾽στ᾽ ἄνθρωπος ἀποβαλὼν ὅπλα.
ἀτὰρ σὺ τὸ σὸν αὖ λέξον. ΣΩ. ἀλλ᾽ ἐστίν μέγα.
περὶ τῆς πόλεως γάρ ἐστι τοῦ σκάφους ὅλου.
30 ΞΑ. λέγε νυν ἁνύσας τι τὴν τρόπιν τοῦ πράγματος.
ΣΩ. ἔδοξέ μοι περὶ πρῶτον ὕπνον ἐν τῇ πυκνὶ
ἐκκλησιάζειν πρόβατα συγκαθήμενα,
βακτηρίας ἔχοντα καὶ τριβώνια·
κἄπειτα τούτοις τοῖσι προβάτοις μοὐδόκει
35 δημηγορεῖν φάλαινα πανδοκεύτρια,
ἔχουσα φωνὴν ἐμπεπρημένης ὑός.
ΞΑ. αἰβοῖ. ΣΩ. τί ἐστι; ΞΑ. παῦε παῦε, μὴ λέγε·
ὄζει κάκιστον τοὐνύπνιον βύρσης σαπρᾶς.
ΣΩ. εἶθ᾽ ἡ μιαρὰ φάλαιν᾽ ἔχουσα τρυτάνην
40 ἵστη βόειον δημόν. ΞΑ. οἴμοι δείλαιος·
τὸν δῆμον ἡμῶν βούλεται διιστάναι.
ΣΩ. ἐδόκει δέ μοι Θέωρος αὐτῆς πλησίον
χαμαὶ καθῆσθαι τὴν κεφαλὴν κόρακος ἔχων.
εἶτ᾽ Ἀλκιβιάδης εἶπε πρός με τραυλίσας·
45 «ὁλᾷς; Θέωλος τὴν κεφαλὴν κόλακος ἔχει.»
ΞΑ. ὀρθῶς γε τοῦτ᾽ Ἀλκιβιάδης ἐτραύλισεν.
ΣΩ. οὔκουν ἐκεῖν᾽ ἀλλόκοτον, ὁ Θέωρος κόραξ
γιγνόμενος; ΞΑ. ἥκιστ᾽, ἀλλ᾽ ἄριστον. ΣΩ. πῶς; ΞΑ. ὅπως;
ἄνθρωπος ὢν εἶτ᾽ ἐγένετ᾽ ἐξαίφνης κόραξ·
50 οὔκουν ἐναργὲς τοῦτο συμβαλεῖν, ὅτι
ἀρθεὶς ἀφ᾽ ἡμῶν ἐς κόρακας οἰχήσεται;
ΣΩ. εἶτ᾽ οὔ σ᾽ ἐγὼ δοὺς δύ᾽ ὀβολὼ μισθώσομαι
οὕτως ὑποκρινόμενον σοφῶς ὀνείρατα;


ΣΚΗΝΗ: Το σπίτι του Φιλοκλέωνα.

Νύχτα. Στο βάθος, το σπίτι του Φιλοκλέωνα, περιτυλιγμένο ολόκληρο με δίχτυ. Στην πόρτα, δεξιά ο ένας, αριστερά ο άλλος, φρουρούν ο Σωσίας και ο Ξανθίας, παλεύοντας με τον ύπνο που τους κυριεύει. Πάνω στο δώμα κοιμάται ο Βδελυκλέωνας. Ο Σωσίας σπρώχνει το συνάδελφό του, που τον πήρε ο ύπνος.

ΣΩΣΙΑΣ
Τί σου ᾽ρθε, βρε κακόμοιρε Ξανθία;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μαθαίνω πώς χαλά η φρουρά της νύχτας.
ΣΩΣ. Τότε λοιπόν η πλάτη σου σε τρώει.
Ξέρεις τί ζωντανό φυλάμε; ΞΑΝ. Ξέρω,
μα λαχταρώ μια στάλα να ξεγνοιάσω.
ΣΩΣ. Δοκίμασε την τύχη σου· ύπνου γλύκα
και στα δικά μου χύνεται τα μάτια.
Μετανίζουν και οι δύο από τη νύστα.
ΞΑΝ., ξανανοίγοντας τα μάτια του.
Σε πιάνει τρέλα ή ζάλη Κορυβάντων;
ΣΩΣ. Όχι· ύπνος που ο Σαβάζιος μου τον στέλνει.
10ΞΑΝ. Τον ίδιο θεό κι οι δυο μας προσκυνούμε·
και στα δικά μου βλέφαρα ένας ύπνος
χίμηξε μετανίτης, όμοιος Μήδος,
τώρα δα, και παράξενο όνειρο είδα.
ΣΩΣ. Κι εγώ· ποτέ δεν είδα κάτι τέτοιο.
Πες πρώτα το δικό σου. ΞΑΝ. Αϊτός πελώριος
είδα να ορμά στην αγορά, ν᾽ αρπάζει
μπρουντζοντυμένη ασπίδα με τα νύχια,
στα ουράνια να τη φέρνει, κι απ᾽ τα χέρια
να πέφτει αυτή του Κλεώνυμου. ΣΩΣ. Ώστε γρίφος
20και Κλεώνυμος καθόλου δε διαφέρουν.
Στα γλέντια θα ρωτούν: «Ποιό ζώο, μαντέψτε,
στη γη, στον ουρανό και μες στο κύμα
αφήνει την ασπίδα του να πέφτει;»
ΞΑΝ. Μωρέ όνειρο και τούτο! Οϊμέ, ποιός ξέρει
τί μου μέλλεται; ΣΩΣ. Θάρρος και δεν είναι
φοβερό, σου τ᾽ ορκίζομαι. ΞΑΝ. Δεν είναι;
Ν᾽ αφήνεις να σου φεύγουν τ᾽ άρματά σου!
Πες τώρα το δικό σου. ΣΩΣ. Είναι σπουδαίο·
για όλο το σκάφος πρόκειται του κράτους.
30ΞΑΝ. Αρχίνα απ᾽ την … καρίνα και προχώρει.
ΣΩΣ. Πάνω στο πρωτοΰπνι, είδα πως τάχα
τα πρόβατα είχαν σύναξη στην Πνύκα·
είχαν ραβδιά, φορούσαν κοντογούνια·
κι έβγαζε, λέει, στα πρόβατα ένα λόγο
μια φάλαινα φαγάνα, καταβόθρα,
με φωνή σα γουρούνας που την καίνε.
ΞΑΝ. Πω πω! ΣΩΣ. Τί τρέχει; ΞΑΝ. Μην το πεις· σταμάτα·
βρομά τομάρι σάπιο τ᾽ όνειρό σου.
ΣΩΣ. Κι έπειτα η βρομοφάλαινα, κρατώντας
40ζυγαριά, βοδινά ζύγιαζε λίπη.
ΞΑΝ. Λύπη, διχόνοια στο λαό θα φέρει·
αλί μας! ΣΩΣ. Πλάι της, λέει, καθόταν χάμω
ο Θέωρος, κι είχε κόρακα κεφάλι.
Τότε μου λέει τσευδά ο Αλκιβιάδης:
«Κεφάλι κόλακα έχει ο Θέωλος· βλέπεις;
ΞΑΝ. Πετυχημένο αυτό το τσεύδισμά του.
ΣΩΣ. Να γίνει ο Θέωρος κόρακας! Δεν είναι
παράξενο; ΞΑΝ. Καθόλου· είν᾽ έξοχο. ΣΩΣ. Έτσι;
Και πώς; ΞΑΝ. Ρωτάς; Από άνθρωπος, κοράκι
έγινε ξαφνικά· ολοφάνερο είναι
50τ᾽ όνειρο τί σημαίνει· από κοντά μας
ολόισα θα τραβήξει στα κοράκια.
ΣΩΣ. Ωραία που τα ξηγάς! Ονειροκρίτη
με δυο οβολούς μισθό θα σε διορίσω.
Μικρή διακοπή.