Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον (Ἠθικὰ 146b-164d) (163d-164d)


[21] Μετὰ δὲ τοῦτον ὁ Ἀνάχαρσις εἶπεν ὅτι τοῦ Θαλέω καλῶς ὑπολαμβάνοντος ἐν πᾶσιν εἶναι [163e] τοῖς κυριωτάτοις μέρεσι τοῦ κόσμου καὶ μεγίστοις ψυχήν, οὐκ ἄξιόν ἐστι θαυμάζειν εἰ τὰ κάλλιστα περαίνεται θεοῦ γνώμῃ. «ψυχῆς γὰρ ὄργανον τὸ σῶμα, θεοῦ δ᾽ ἡ ψυχή· καὶ καθάπερ σῶμα πολλὰς μὲν ἐξ αὑτοῦ κινήσεις ἔχει, τὰς δὲ πλείστας καὶ καλλίστας ὑπὸ ψυχῆς, οὕτως αὖ πάλιν ἡ ψυχὴ τὰ μὲν ὑφ᾽ ἑαυτῆς κινουμένη πράττει, τὰ δὲ τῷ θεῷ παρέχει χρωμένῳ κατευθύνειν καὶ τρέπειν ἑαυτὴν ᾗ βούλοιτο, πάντων ὀργάνων εὐτρεπέστατον οὖσα. δεινὸν γάρ,» εἶπεν, «εἰ πῦρ μὲν ὄργανόν ἐστι θεοῦ καὶ πνεῦμα καὶ ὕδωρ καὶ νέφη καὶ [163f] ὄμβροι, δι᾽ ὧν πολλὰ μὲν σῴζει τε καὶ τρέφει, πολλὰ δ᾽ ἀπόλλυσι καὶ ἀναιρεῖ, ζῴοις δὲ χρῆται πρὸς οὐδὲν ἁπλῶς οὐδέπω τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ γιγνομένων. ἀλλὰ μᾶλλον εἰκὸς ἐξηρτημένα τῆς τοῦ θεοῦ δυνάμεως ὑπουργεῖν, καὶ συμπαθεῖν ταῖς τοῦ θεοῦ κινήσεσιν ἢ Σκύθαις τόξα λύραι δ᾽ Ἕλλησι καὶ αὐλοὶ συμπαθοῦσιν.»
Ἐπὶ δὲ τούτοις ὁ ποιητὴς Χερσίας ἄλλων τε σωθέντων ἀνελπίστως ἐμέμνητο καὶ Κυψέλου τοῦ Περιάνδρου πατρός, ὃν οἱ πεμφθέντες ἀνελεῖν νεογνὸν ὄντα προσμειδιάσαντ᾽ αὐτοῖς ἀπετράποντο· καὶ πάλιν μετανοήσαντες ἐζήτουν καὶ οὐχ εὗρον [164a] εἰς κυψέλην ὑπὸ τῆς μητρὸς ἀποτεθέντα. διὸ καὶ τὸν οἶκον ἐν Δελφοῖς κατεσκεύασεν ὁ Κύψελος, ὥσπερ θεοῦ τότε τὸν κλαυθμυρισμὸν ἐπισχόντος, ὅπως διαλάθοι τοὺς ζητοῦντας.
Καὶ ὁ Πιττακὸς προσαγορεύσας τὸν Περίανδρον «εὖ γ᾽,» ἔφη, «Περίανδρε, Χερσίας ἐποίησε μνησθεὶς τοῦ οἴκου· πολλάκις γὰρ ἐβουλόμην ἐρέσθαι σε τῶν βατράχων τὴν αἰτίαν ἐκείνων, τί βούλονται περὶ τὸν πυθμένα τοῦ φοίνικος ἐντετορευμένοι τοσοῦτοι, καὶ τίνα πρὸς τὸν θεὸν ἢ τὸν ἀναθέντα λόγον ἔχουσι.»
Τοῦ δὲ Περιάνδρου τὸν Χερσίαν ἐρωτᾶν κελεύσαντος, εἰδέναι γὰρ ἐκεῖνον καὶ παρεῖναι τῷ [164b] Κυψέλῳ καθιεροῦντι τὸν οἶκον, ὁ Χερσίας μειδιάσας «ἀλλ᾽ οὐκ ἄν,» ἔφη, «φράσαιμι πρότερον ἢ πυθέσθαι παρὰ τούτων ὅ τι βούλεται τὸ “μηδὲν ἄγαν” αὐτοῖς καὶ τὸ “γνῶθι σαυτόν,” καὶ τοῦτο δὴ τὸ πολλοὺς μὲν ἀγάμους πολλοὺς δ᾽ ἀπίστους ἐνίους δὲ καὶ ἀφώνους πεποιηκὸς “ἐγγύα πάρα δ᾽ ἄτα.”»
«Τί δ᾽,» εἶπεν ὁ Πιττακός, «ἡμῶν δέῃ ταῦτα φραζόντων; πάλαι γὰρ Αἰσώπου λόγον εἰς ἕκαστον ὡς ἔοικε τούτων συντεθεικότος ἐπαινεῖς.»
Καὶ ὁ Αἴσωπος, «ὅταν γε παίζῃ πρὸς ἐμὲ Χερσίας,» εἶπε· «σπουδάζων δὲ τούτων Ὅμηρον εὑρετὴν ἀποδείκνυσι καί φησι τὸν μὲν Ἕκτορα [164c] γιγνώσκειν ἑαυτόν· τοῖς γὰρ ἄλλοις ἐπιτιθέμενος
Αἴαντος ἀλέεινε μάχην Τελαμωνιάδαο·
τὸν δ᾽ Ὀδυσσέα τοῦ “μηδὲν ἄγαν” ἐπαινέτην τῷ Διομήδει παρακελεύεσθαι
Τυδείδη, μήτ᾽ ἄρ᾽ με μάλ᾽ αἴνεε μήτε τι νείκει.
τὴν δ᾽ ἐγγύην οἱ μὲν ἄλλοι λοιδορεῖν αὐτὸν ὡς πρᾶγμα δείλαιον καὶ μάταιον οἴονται λέγοντα
δειλαί τοι δειλῶν γε καὶ ἐγγύαι ἐγγυάασθαι,
Χερσίας δ᾽ οὑτοσί φησι τὴν Ἄτην ὑπὸ τοῦ Διὸς ῥιφῆναι τῇ ἐγγύῃ παραγιγνομένην ἣν ἐγγυησάμενος [164d] ὁ Ζεὺς ἐσφάλη περὶ τῆς τοῦ Ἡρακλέους γενέσεως.»
Ὑπολαβὼν δ᾽ ὁ Σόλων «οὐκοῦν,» ἔφη, «καὶ τῷ σοφωτάτῳ πιστευτέον Ὁμήρῳ
νὺξ δ᾽ ἤδη τελέθει· ἀγαθὸν καὶ νυκτὶ πιθέσθαι.
σπείσαντες οὖν Μούσαις καὶ Ποσειδῶνι καὶ Ἀμφιτρίτῃ διαλύωμεν εἰ δοκεῖ τὸ συμπόσιον.»
Τοῦτ᾽ ἔσχεν, ὦ Νίκαρχε, πέρας ἡ τότε συνουσία.


[21] Ύστερα από αυτόν ο Ανάχαρσης είπε ότι, από τη στιγμή που είναι ορθή η πίστη του Θαλή ότι σε όλα [163e] τα κύρια και τα πιο μεγάλα μέρη του κόσμου υπάρχει ψυχή, δεν είναι να απορεί κανείς ότι τα πιο όμορφα πράγματα πραγματοποιούνται με τη θέληση του θεού. «Όργανο της ψυχής είναι το σώμα, και του θεού η ψυχή. Και όπως το σώμα έχει πολλές κινήσεις που έχουν την αρχή τους σ᾽ αυτό, οι περισσότερες όμως και οι καλύτερές του ξεκινούν από την ψυχή, έτσι με τη σειρά της και η ψυχή: άλλοτε ενεργεί κινημένη από τον ίδιο τον εαυτό της και άλλοτε παραδίδει τον εαυτό της στον θεό να τη χρησιμοποιεί για να την οδηγεί και να τη στρέφει προς τα όπου αυτός θέλει, δεδομένου ότι η ψυχή είναι από όλα τα όργανα το πιο εύστροφο. Γιατί θα ήταν περίεργο», είπε, «αν, τη στιγμή που η φωτιά, ο αέρας, το νερό, τα σύννεφα [163f] και οι βροχές είναι όργανα του θεού, με τα οποία αυτός συντηρεί και τρέφει ένα πλήθος από πράγματα, ενώ άλλα —πολλά και αυτά— τα καταστρέφει και τα αφανίζει, να μη χρησιμοποιεί ποτέ τα ζώα για τίποτε από αυτά που κάνει. Ίσα ίσα είναι πιο φυσικό, τα ζώα, που είναι εξαρτημένα απ᾽ του θεού τη δύναμη, να υπηρετούν τις κινήσεις του θεού και να συνταιριάζονται με αυτές περισσότερο από ό,τι τα τόξα συνταιριάζονται με τους Σκύθες ή οι λύρες και οι αυλοί με τους Έλληνες».
Ύστερα από όλα αυτά ο ποιητής Χερσίας μνημόνευσε —μεταξύ των άλλων που σώθηκαν ανέλπιστα— και τον Κύψελο, τον πατέρα του Περίανδρου, που, βρέφος ακόμη, χαμογέλασε σ᾽ εκείνους που στάλθηκαν να τον σκοτώσουν, κι εκείνοι εγκατέλειψαν το σχέδιό τους, και όταν άλλαξαν πάλι γνώμη και έψαχναν να τον βρουν, δεν τον βρήκαν, [164a] γιατί η μητέρα του τον είχε κρύψει σε μια κασέλα. Γι᾽ αυτό και ο Κύψελος κατασκεύασε το οικοδόμημα στους Δελφούς, με την ιδέα ότι κάποιος θεός σταμάτησε εκείνη τη στιγμή το κλάμα του, για να μπορέσει να ξεφύγει από αυτούς που έψαχναν να τον βρουν.
Και ο Πιττακός, απευθυνόμενος στον Περίανδρο είπε: «Πολύ καλά έκανε, Περίανδρε, ο Χερσίας που θυμήθηκε το οικοδόμημα· γιατί πολλές φορές ήθελα να σε ρωτήσω ποιός είναι ο λόγος για εκείνους τους βατράχους· τί θέλουν να πουν λαξευμένοι τόσο πολλοί γύρω στη βάση της φοινικιάς, και τί σχέση έχουν με τον θεό ή με τον αφιερωτή».
Και όταν ο Περίανδρος τον κάλεσε να ρωτήσει τον Χερσία (γιατί αυτός ήταν γνώστης του πράγματος και ήταν παρών, [164b] όταν ο Κύψελος αφιέρωσε το οικοδόμημα στον θεό), ο Χερσίας είπε χαμογελώντας: «Δεν πρόκειται να το πω, αν πρώτα δεν μάθω από αυτούς εδώ τους φίλους τί θέλει να πει γι᾽ αυτούς το “Ποτέ, καμιά υπερβολή” και το “Γνώρισε τον εαυτό σου”, και, κυρίως, αυτό που άφησε πολλούς ανύπαντρους, πολλούς τους έκανε δύσπιστους και μερικούς τους έκανε να μένουν άφωνοι: εννοώ το “Δώσε εγγύηση… και η συμφορά είναι δίπλα”».
«Και τί ανάγκη έχεις» είπε ο Πιττακός, «να σου τα εξηγήσουμε εμείς όλα αυτά; Γιατί εσύ από καιρό τώρα επαινείς τους μύθους που έπλασε, ως φαίνεται, ο Αίσωπος για το καθένα από αυτά».
«Ναι, βέβαια», είπε ο Αίσωπος, «μόνο όμως όταν θέλει να με πειράξει· όταν όμως μιλάει σοβαρά, δείχνει ότι ευρετής τους είναι ο Όμηρος και λέει ότι ο Έκτορας [164c] γνώριζε τον εαυτό του· γιατί, ενώ ορμούσε σε όλους τους άλλους,
μόνο τον Αίαντα απόφευγε, τον γιο του Τελαμώνα·
και ότι ο Οδυσσέας επαινεί το «Ποτέ, καμιά υπερβολή», όταν συμβουλεύει τον Διομήδη
Γιε του Τυδέα, πολύ ούτε να μ᾽ επαινείς ούτε και να με ψέγεις.
Όσο για την εγγύηση άλλοι νομίζουν ότι ο Όμηρος τη διασύρει σαν κάτι το τιποτένιο και δίχως κανένα νόημα, όταν λέει
Κι οι εγγυήσεις των κακών πάντα κακό θα φέρουν,
όμως τούτος δω ο Χερσίας λέει ότι την Άτη ο Δίας την εκσφενδόνισε εδώ κάτω, γιατί ήταν μπροστά όταν [164d] ο Δίας έδωσε εγγύηση ενσχέσει με τη γέννηση του Ηρακλή και έπεσε θύμα απάτης».
Πήρε τότε τον λόγο ο Σόλωνας και είπε: «Πρέπει πάντως, να πιστέψουμε τον σοφότατο Όμηρο που λέει
Νυχτώνει πια, κι είναι καλό στη νύχτα να πειθόμαστε.
Ας κάνουμε λοιπόν σπονδές στις Μούσες, στον Ποσειδώνα και στην Αμφιτρίτη και, αν το νομίζετε, ας δώσουμε τέλος στο συμπόσιό μας».
Έτσι τελείωσε, Νίκαρχε, η συγκέντρωσή μας εκείνης της μέρας.