Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον (Ἠθικὰ 146b-164d) (146b-147b)


[146b] [1] Ἦ που προϊὼν ὁ χρόνος, ὦ Νίκαρχε, πολὺ σκότος ἐπάξει τοῖς πράγμασι καὶ πᾶσαν ἀσάφειαν, εἰ νῦν ἐπὶ προσφάτοις οὕτω καὶ νεαροῖς λόγοι ψευδεῖς συντεθέντες ἔχουσι πίστιν. οὔτε γὰρ μόνων, [146c] ὡς ὑμεῖς ἀκηκόατε, τῶν ἑπτὰ γέγονε τὸ συμπόσιον, ἀλλὰ πλειόνων ἢ δὶς τοσούτων (ἐν οἷς καὶ αὐτὸς ἤμην, συνήθης μὲν ὢν Περιάνδρῳ διὰ τὴν τέχνην, ξένος δὲ Θάλεω· παρ᾽ ἐμοὶ γὰρ κατέλυσεν ὁ ἀνὴρ Περιάνδρου κελεύσαντος), οὔτε τοὺς λόγους ὀρθῶς ἀπεμνημόνευσεν ὅστις ἦν ὑμῖν ὁ διηγούμενος· ἦν δ᾽ ὡς ἔοικεν οὐδεὶς τῶν παραγεγονότων. ἀλλ᾽ ἐπεὶ σχολή τε πάρεστι πολλὴ καὶ τὸ γῆρας οὐκ ἀξιόπιστον ἐγγυήσασθαι τὴν ἀναβολὴν τοῦ λόγου, προθυμουμένοις ὑμῖν ἀπ᾽ ἀρχῆς ἅπαντα διηγήσομαι.
[146d] [2] Παρεσκευάκει μὲν γὰρ οὐκ ἐν τῇ πόλει τὴν ὑποδοχὴν ὁ Περίανδρος, ἀλλ᾽ ἐν τῷ περὶ τὸ Λέχαιον ἑστιατορίῳ παρὰ τὸ τῆς Ἀφροδίτης ἱερόν, ἧς ἦν καὶ ἡ θυσία. μετὰ γὰρ τὸν ἔρωτα τῆς μητρὸς αὐτοῦ προεμένης τὸν βίον ἑκουσίως οὐ τεθυκὼς τῇ Ἀφροδίτῃ, τότε πρῶτον ἔκ τινων ἐνυπνίων τῆς Μελίσσης ὥρμησε τιμᾶν καὶ θεραπεύειν τὴν θεόν.
Τῶν δὲ κεκλημένων ἑκάστῳ συνωρὶς ἱκανῶς κεκοσμημένη προσήχθη· καὶ γὰρ ὥρα θέρους ἦν, καὶ τὴν ὁδὸν ἅπασαν ὑπὸ πλήθους ἁμαξῶν καὶ ἀνθρώπων ἄχρι θαλάττης κονιορτὸς καὶ θόρυβος κατεῖχεν. ὁ μέντοι Θαλῆς τὸ ζεῦγος ἐπὶ ταῖς [146e] θύραις ἰδὼν καὶ μειδιάσας ἀφῆκεν. ἐβαδίζομεν οὖν ἐκτραπόμενοι διὰ τῶν χωρίων, καθ᾽ ἡσυχίαν, καὶ μεθ᾽ ἡμῶν τρίτος ὁ Ναυκρατίτης Νειλόξενος, ἀνὴρ ἐπιεικὴς καὶ τοῖς περὶ Σόλωνα καὶ Θαλῆν γεγονὼς ἐν Αἰγύπτῳ συνήθης. ἐτύγχανε δὲ πρὸς Βίαντα πάλιν ἀπεσταλμένος· ὧν δὲ χάριν οὐδ᾽ αὐτὸς ᾔδει, πλὴν ὑπενόει πρόβλημα δεύτερον αὐτῷ κομίζειν ἐν βιβλίῳ κατασεσημασμένον· εἴρητο γάρ, εἰ Βίας ἀπαγορεύσειεν, ἐπιδεῖξαι τοῖς σοφωτάτοις Ἑλλήνων τὸ βιβλίον.
«Ἕρμαιον» ὁ Νειλόξενος ἔφη «μοι γέγονεν [146f] ἐνταῦθα λαβεῖν ἅπαντας ὑμᾶς, καὶ κομίζω τὸ βιβλίον ὡς ὁρᾷς ἐπὶ τὸ δεῖπνον.» ἅμα δ᾽ ἡμῖν ἐπεδείκνυε.
Καὶ ὁ Θαλῆς γελάσας «εἴ τι κακόν,» εἶπεν, «αὖθις εἰς Πριήνην· διαλύσει γὰρ ὁ Βίας, ὡς διέλυσεν αὐτὸς τὸ πρῶτον.»
«Τί δ᾽ ἦν,» ἔφην ἐγώ, «τὸ πρῶτον;»
«Ἱερεῖον,» εἶπεν, «ἔπεμψεν αὐτῷ, κελεύσας τὸ πονηρότατον ἐξελόντα καὶ χρηστότατον ἀποπέμψαι κρέας. ὁ δ᾽ ἡμέτερος εὖ καὶ καλῶς τὴν γλῶτταν ἐξελὼν ἔπεμψεν· ὅθεν εὐδοκιμῶν δῆλός ἐστι καὶ θαυμαζόμενος.»
[147a] «Οὐ διὰ ταῦτ᾽» ἔφη «μόνον» ὁ Νειλόξενος, «ἀλλ᾽ οὐ φεύγει τὸ φίλος εἶναι καὶ λέγεσθαι βασιλέων καθάπερ ὑμεῖς, ἐπεὶ σοῦ γε καὶ τἄλλα θαυμάζει, καὶ τῆς πυραμίδος τὴν μέτρησιν ὑπερφυῶς ἠγάπησεν, ὅτι πάσης ἄνευ πραγματείας καὶ μηδενὸς ὀργάνου δεηθεὶς ἀλλὰ τὴν βακτηρίαν στήσας ἐπὶ τῷ πέρατι τῆς σκιᾶς ἣν ἡ πυραμὶς ἐποίει, γενομένων τῇ ἐπαφῇ τῆς ἀκτῖνος δυεῖν τριγώνων, ἔδειξας ὃν ἡ σκιὰ πρὸς τὴν σκιὰν λόγον εἶχε τὴν πυραμίδα πρὸς τὴν βακτηρίαν ἔχουσαν. ἀλλ᾽, ὅπερ ἔφην, διεβλήθης μισοβασιλεὺς εἶναι, [147b] καί τινες ὑβριστικαί σου περὶ τυράννων ἀποφάσεις ἀνεφέροντο πρὸς αὐτόν, ὡς ἐρωτηθεὶς ὑπὸ Μολπαγόρου τοῦ Ἴωνος τί παραδοξότατον εἴης ἑωρακώς, ἀποκρίναιο «τύραννον γέροντα,» καὶ πάλιν ἔν τινι πότῳ, περὶ τῶν θηρίων λόγου γενομένου, φαίης κάκιστον εἶναι τῶν μὲν ἀγρίων θηρίων τὸν τύραννον, τῶν δ᾽ ἡμέρων τὸν κόλακα· ταῦτα γάρ, εἰ καὶ πάνυ προσποιοῦνται διαφέρειν οἱ βασιλεῖς τῶν τυράννων, οὐκ εὐμενῶς ἀκούουσιν.»


[146b] [1] Είμαι βέβαιος, Νίκαρχε, ότι ο χρόνος θα ρίξει στο πέρασμά του πολύ σκοτάδι πάνω στα γεγονότα και θα τα κάνει εντελώς ασαφή και δυσδιάκριτα, αφού για τόσο πρόσφατα και νωπά πράγματα έχουν διαδοθεί σήμερα τόσο ψευδείς λόγοι που, όμως, γίνονται πιστευτοί. Στο συμπόσιο, π.χ., δεν πήραν μέρος, [146c] όπως εσείς ακούσατε, μόνο οι εφτά σοφοί, αλλά περισσότεροι και από τον διπλάσιο αυτό αριθμό (ένας από όλους ήμουν κι εγώ, φίλος του Περιάνδρου χάρη στην τέχνη μου, φίλος όμως και του Θαλή, που τον φιλοξένησα στο σπίτι μου κατ᾽ εντολή του Περίανδρου). Ούτε, πάλι, αυτός που σας τα διηγήθηκε —όποιος κι αν ήταν— συγκράτησε σωστά στη μνήμη του όλες τις συζητήσεις που έγιναν — καθώς φαίνεται, δεν ήταν ένας από αυτούς που παραβρέθηκαν στο συμπόσιο. Εν πάση περιπτώσει, μια και έχουμε μεγάλη άνεση χρόνου και τα γηρατειά μου, από την άλλη, δεν αποτελούν αξιόπιστη εγγύηση για να αναβληθεί η διήγηση, λέω να σας τα διηγηθώ όλα από την αρχή, αφού είστε όλοι τόσο πρόθυμοι να τα ακούσετε.
[146d] [2] Τη δεξίωση ο Περίανδρος την είχε ετοιμάσει όχι μέσα στην πόλη, αλλά στο εστιατόριο κοντά στο Λέχαιο, δίπλα στο ιερό της Αφροδίτης, προς τιμήν της οποίας ήταν και η θυσία. Γιατί ύστερα από τον έρωτα της μητέρας του, εξαιτίας του οποίου η ίδια έβαλε θεληματικά τέλος στη ζωή της, ο Περίανδρος άρχισε, τότε μόνο για πρώτη φορά και ύστερα από κάποια όνειρα της Μέλισσας, να τιμάει και να λατρεύει πάλι τη θεά.
Στον καθένα από τους προσκεκλημένους προσφέρθηκε μια όμορφα στολισμένη άμαξα — ήταν, βλέπεις, καλοκαίρι και όλος ο δρόμος ώς τη θάλασσα ήταν γεμάτος από σκόνη και θόρυβο λόγω του μεγάλου αριθμού των αμαξών και των ανθρώπων. Ο Θαλής, όταν είδε μπροστά [146e] στην πόρτα την άμαξα, χαμογέλασε και την άφησε να φύγει. Αφήσαμε λοιπόν το δρόμο και βαδίζαμε μέσα από τους αγρούς για να έχουμε ησυχία. Τρίτος μαζί μας ήταν ο Νειλόξενος από τη Ναύκρατη, ένας σπουδαίος άνθρωπος, που είχε συνδεθεί φιλικά με τον Σόλωνα, τον Θαλή και τη συντροφιά τους στην Αίγυπτο· έτυχε τότε να είναι πάλι απεσταλμένος στον Βίαντα — για ποιόν λόγο, δεν το ήξερε ούτε ο ίδιος, υπέθετε όμως ότι κόμιζε στον Βίαντα ένα δεύτερο πρόβλημα σφραγισμένο μέσα σε μια επιστολή: του είχε λεχθεί, αν ο Βίαντας παραιτούνταν, να έδειχνε την επιστολή στους πιο σοφούς μεταξύ όλων των Ελλήνων.
«Αναπάντεχο θείο δώρο για μένα», είπε ο Νειλόξενος, [146f] «να σας βρω όλους μαζί εδώ· νά και η επιστολή που φέρνω, όπως βλέπεις, στο δείπνο» — και μας έδειξε την επιστολή.
Γέλασε ο Θαλής και είπε: «Ό,τι κακό, πάλι στην Πριήνη· εν πάση περιπτώσει, ο Βίαντας θα το λύσει το πρόβλημα, όπως έλυσε και το πρώτο πρόβλημα».
«Και ποιό ήταν το πρώτο;», ρώτησα εγώ.
«Του έστειλε», μου είπε, «ένα σφάγιο, και του παράγγειλε να βγάλει το χειρότερο και —την ίδια στιγμή— το καλύτερο κρέας και να του το στείλει. Και ο δικός μας όμορφα και ωραία έβγαλε τη γλώσσα και του την έστειλε. Είναι φανερό ότι αυτός είναι ο λόγος που έχει το όνομα που έχει και που όλοι τον θαυμάζουν».
[147a] «Όχι, βέβαια, μόνο γι᾽ αυτό», είπε ο Νειλόξενος, «αλλά και γιατί δεν αποφεύγει, όπως κάνετε εσείς, να είναι και να λέγεται φίλος των βασιλιάδων. Εσένα, πάντως, και για όλα τα άλλα σε θαυμάζει και με τη μέτρηση της πυραμίδας ευχαριστήθηκε πάρα πολύ, που χωρίς πολλά πολλά και δίχως να χρειαστείς κανένα όργανο έστησες μόνο το μπαστούνι σου στην άκρη της σκιάς που έριχνε η πυραμίδα, και αφού με την επαφή της ακτίνας του ήλιου σχηματίσθηκαν δύο τρίγωνα, έδειξες ότι όποιον λόγο είχε η μια σκιά προς την άλλη σκιά, τον ίδιο λόγο είχε και η πυραμίδα προς το μπαστούνι. Όπως όμως είπα πριν από λίγο, κατηγορήθηκες ότι μισείς τους βασιλιάδες· [147b] του μεταδόθηκαν μάλιστα και κάποιες προσβλητικές γνώμες σου για τους τυράννους, όπως επί παραδείγματι ότι, όταν σε ρώτησε ο Ίωνας Μολπαγόρας ποιό ήταν το πιο περίεργο πράγμα που είδες στη ζωή σου, απάντησες «γέρο τύραννο»· και μιαν άλλη φορά, όταν σε κάποιο συμπόσιο γινόταν λόγος για τα ζώα, είπες ότι από τα άγρια ζώα το πιο κακό είναι ο τύραννος, ενώ από τα ήμερα ο κόλακας. Αυτά, βέβαια, οι βασιλιάδες, όσο κι αν προσποιούνται ότι διαφέρουν από τους τυράννους, δεν τα ακούν καθόλου ευχάριστα».