Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Μήδεια (1231-1250)

ΧΟ. ἔοιχ᾽ ὁ δαίμων πολλὰ τῇδ᾽ ἐν ἡμέρᾳ
κακὰ ξυνάπτειν ἐνδίκως Ἰάσονι.
[ὦ τλῆμον, ὥς σου συμφορὰς οἰκτίρομεν,
κόρη Κρέοντος, ἥτις εἰς Ἅιδου δόμους
1235 οἴχῃ γάμων ἕκατι τῶν Ἰάσονος.]
ΜΗ. φίλαι, δέδοκται τοὔργον ὡς τάχιστά μοι
παῖδας κτανούσῃ τῆσδ᾽ ἀφορμᾶσθαι χθονός,
καὶ μὴ σχολὴν ἄγουσαν ἐκδοῦναι τέκνα
ἄλλῃ φονεῦσαι δυσμενεστέρᾳ χερί.
1240 πάντως σφ᾽ ἀνάγκη κατθανεῖν· ἐπεὶ δὲ χρή,
ἡμεῖς κτενοῦμεν οἵπερ ἐξεφύσαμεν.
ἀλλ᾽ εἶ᾽ ὁπλίζου, καρδία· τί μέλλομεν
τὰ δεινὰ κἀναγκαῖα μὴ πράσσειν κακά;
ἄγ᾽, ὦ τάλαινα χεὶρ ἐμή, λαβὲ ξίφος,
1245 λάβ᾽, ἕρπε πρὸς βαλβῖδα λυπηρὰν βίου,
καὶ μὴ κακισθῇς μηδ᾽ ἀναμνησθῇς τέκνων,
ὡς φίλταθ᾽, ὡς ἔτικτες, ἀλλὰ τήνδε γε
λαθοῦ βραχεῖαν ἡμέραν παίδων σέθεν
κἄπειτα θρήνει· καὶ γὰρ εἰ κτενεῖς σφ᾽, ὅμως
1250 φίλοι γ᾽ ἔφυσαν· δυστυχὴς δ᾽ ἐγὼ γυνή.

ΧΟ. Δικαίως, ως φαίνεται, ο θεός
έριξε απάνω στον Ιάσονα
πολλά δεινά τούτη τη μέρα.
[Δυστυχισμένη κόρη του Κρέοντα,
πονάμε τόσο για τα πάθη σου!
Για τον γάμο σου με τον Ιάσονα
1235πορεύεσαι στα δώματα του Άδη.]
ΜΗ. Η απόφαση γι᾽ αυτό που έχω να πράξω, φίλες, επάρθηκε:
να σκοτώσω τάχιστα τα παιδιά μου
και να φύγω από τούτη τη γη·
να μη βραδύνω και αφήσω να τα σκοτώσει
άλλο χέρι, σκληρότερο.
1240Ανάγκη αδήριτη. Πρέπει να πεθάνουν.
Και αφού πρέπει που πρέπει,
εγώ που τα γέννησα, εγώ και θα τα σκοτώσω.
Εμπρός, καρδιά μου, οπλίσου! Γιατί αργώ
να πράξω το τρομερό, το αναπόδραστο;
Εμπρός, χέρι μου θλιβερό, άδραξε το ξίφος,
1245άδραξέ το, βάδισε ώς τον πικρό βατήρα του βίου,
και μη λιποψυχήσεις, μη θυμηθείς τα παιδιά σου,
ότι τα λάτρεψες, ότι τα γέννησες.
Τη μέρα τούτη τη μικρή ξέχνα τα παιδιά σου
και ύστερα θρήνησε και ξαναθρήνησε. Γιατί και αν τα σκοτώσεις,
1250τα λάτρεψες. Εγώ είμαι μια γυναίκα κακορίζικη.

(Η Μήδεια εισέρχεται στο σπίτι.)