Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Χάρων ἢ Ἐπισκοποῦντες (17-19)


ΕΡΜΗΣ
[17] Καὶ μὴν οὐδ᾽ εἰπεῖν ἔχοις ἂν κατὰ τὴν ἀξίαν ὅπως ἐστὶ καταγέλαστα, ὦ Χάρων, καὶ μάλιστα αἱ ἄγαν σπουδαὶ αὐτῶν καὶ τὸ μεταξὺ τῶν ἐλπίδων οἴχεσθαι ἀναρπάστους γινομένους ὑπὸ τοῦ βελτίστου Θανάτου. ἄγγελοι δὲ καὶ ὑπηρέται αὐτοῦ μάλα πολλοί, ὡς ὁρᾷς, ἠπίαλοι καὶ πυρετοὶ καὶ φθόαι καὶ περιπλευμονίαι καὶ ξίφη καὶ λῃστήρια καὶ κώνεια καὶ δικασταὶ καὶ τύραννοι· καὶ τούτων οὐδὲν ὅλως αὐτοὺς εἰσέρχεται, ἔστ᾽ ἂν εὖ πράττωσιν, ὅταν δὲ σφαλῶσι, πολὺ τὸ ὀττοτοῖ καὶ αἰαῖ καὶ οἴμοι. εἰ δὲ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐνενόουν ὅτι θνητοί τέ εἰσιν αὐτοὶ καὶ ὀλίγον τοῦτον χρόνον ἐπιδημήσαντες τῷ βίῳ ἀπίασιν ὥσπερ ἐξ ὀνείρατος πάντα ὑπὲρ γῆς ἀφέντες, ἔζων τε ἂν σωφρονέστερον καὶ ἧττον ἠνιῶντο ἀποθανόντες· νῦν δὲ εἰς ἀεὶ ἐλπίσαντες χρήσεσθαι τοῖς παροῦσιν, ἐπειδὰν ἐπιστὰς ὁ ὑπηρέτης καλῇ καὶ ἀπάγῃ πεδήσας τῷ πυρετῷ ἢ τῇ φθόῃ, ἀγανακτοῦσι πρὸς τὴν ἀγωγὴν οὔποτε προσδοκήσαντες ἀποσπασθήσεσθαι αὐτῶν. ἢ τί γὰρ οὐκ ἂν ποιήσειεν ἐκεῖνος ὁ τὴν οἰκίαν σπουδῇ οἰκοδομούμενος καὶ τοὺς ἐργάτας ἐπισπέρχων, εἰ μάθοι ὅτι ἡ μὲν ἕξει τέλος αὐτῷ, ὁ δὲ ἄρτι ἐπιθεὶς τὸν ὄροφον ἄπεισι τῷ κληρονόμῳ καταλιπὼν ἀπολαύειν αὐτῆς, αὐτὸς μηδὲ δειπνήσας ἅθλιος ἐν αὐτῇ; ἐκεῖνος μὲν γὰρ ὁ χαίρων ὅτι ἄρρενα παῖδα τέτοκεν αὐτῷ ἡ γυνή, καὶ τοὺς φίλους διὰ τοῦτο ἑστιῶν καὶ τοὔνομα τοῦ πατρὸς τιθέμενος, εἰ ἠπίστατο ὡς ἑπτέτης γενόμενος ὁ παῖς τεθνήξεται, ἆρα ἄν σοι δοκεῖ χαίρειν ἐπ᾽ αὐτῷ γεννωμένῳ; ἀλλὰ τὸ αἴτιον, ὅτι τὸν μὲν εὐτυχοῦντα ἐπὶ τῷ παιδὶ ἐκεῖνον ὁρᾷ τὸν τοῦ ἀθλητοῦ πατέρα τοῦ Ὀλύμπια νενικηκότος, τὸν γείτονα δὲ τὸν ἐκκομίζοντα τὸ παιδίον οὐχ ὁρᾷ οὐδὲ οἶδεν ἀφ᾽ οἵας αὐτῷ κρόκης ἐκρέματο. τοὺς μὲν γὰρ περὶ τῶν ὅρων διαφερομένους ὁρᾷς, ὅσοι εἰσί, καὶ τοὺς συναγείροντας τὰ χρήματα, εἶτα, πρὶν ἀπολαῦσαι αὐτῶν, καλουμένους ὑφ᾽ ὧν εἶπον τῶν ἀγγέλων τε καὶ ὑπηρετῶν.
ΧΑΡΩΝ
[18] Ὁρῶ ταῦτα πάντα καὶ πρὸς ἐμαυτόν γε ἐννοῶ ὅ τι τὸ ἡδὺ αὐτοῖς παρὰ τὸν βίον ἢ τί ἐκεῖνό ἐστιν, οὗ στερούμενοι ἀγανακτοῦσιν. ἢν γοῦν τοὺς βασιλέας αὐτῶν ἴδῃ τις, οἵπερ εὐδαιμονέστατοι εἶναι δοκοῦσιν, ἔξω τοῦ ἀβεβαίου ὡς φὴς καὶ ἀμφιβόλου τῆς τύχης, πλείω τῶν ἡδέων τὰ ἀνιαρὰ εὑρήσει προσόντα αὐτοῖς, φόβους καὶ ταραχὰς καὶ μίση καὶ ἐπιβουλὰς καὶ ὀργὰς καὶ κολακείας· τούτοις γὰρ ἅπαντες σύνεισιν. ἐῶ πένθη καὶ νόσους καὶ πάθη ἐξ ἰσοτιμίας δηλαδὴ ἄρχοντα αὐτῶν· ὅπου δὲ τὰ τούτων πονηρά, λογίζεσθαι καιρὸς οἷα τὰ τῶν ἰδιωτῶν ἂν εἴη.
[19] Ἐθέλω δ᾽ οὖν σοι, ὦ Ἑρμῆ, εἰπεῖν, ᾧτινι ἐοικέναι μοι ἔδοξαν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὁ βίος ἅπας αὐτῶν. ἤδη ποτὲ πομφόλυγας ἐν ὕδατι ἐθεάσω ὑπὸ κρουνῷ τινι καταράττοντι ἀνισταμένας; τὰς φυσαλλίδας λέγω, ἀφ᾽ ὧν συναγείρεται ὁ ἀφρός· ἐκείνων τοίνυν τινὲς μὲν μικραί εἰσι καὶ αὐτίκα ἐκραγεῖσαι ἀπέσβησαν, αἱ δ᾽ ἐπὶ πλέον διαρκοῦσι· καὶ προσχωρουσῶν αὐταῖς τῶν ἄλλων αὗται ὑπερφυσώμεναι ἐς μέγιστον ὄγκον αἴρονται, ἔπειτα μέντοι κἀκεῖναι πάντως ἐξερράγησάν ποτε· οὐ γὰρ οἷόν τε ἄλλως γενέσθαι. τοῦτό ἐστιν ὁ ἀνθρώπου βίος· ἅπαντες ὑπὸ πνεύματος ἐμπεφυσημένοι οἱ μὲν μείζους, οἱ δὲ ἐλάττους· καὶ οἱ μὲν ὀλιγοχρόνιον ἔχουσι καὶ ὠκύμορον τὸ φύσημα, οἱ δὲ ἅμα τῷ συστῆναι ἐπαύσαντο· πᾶσι δ᾽ οὖν ἀπορραγῆναι ἀναγκαῖον.
ΕΡΜΗΣ
Οὐδὲν χεῖρον σὺ τοῦ Ὁμήρου εἴκασας, ὦ Χάρων, ὃς φύλλοις τὸ γένος αὐτῶν ὁμοιοῖ.


ΕΡΜΗΣ
[17] Και μάλιστα δεν μπορείς να βρεις λόγια, Χάροντα, για να περιγράψεις όπως πρέπει πόσο γελοία είναι, και ιδιαίτερα οι υπερβολικές φροντίδες τους, και το γεγονός ότι, εκεί που ελπίζουν για κάτι, φεύγουν και χάνονται, καθώς τους αρπάζει ο λεβέντης ο Θάνατος. Οι αγγελιοφόροι και οι υπηρέτες του είναι πάρα πολλοί, όπως βλέπεις, ρίγη και πυρετοί και μαρασμοί και πνευμονίες και σπαθιά και ληστείες και κώνεια και δικαστές και τύραννοι. Κι απ᾽ όλα αυτά τίποτε δεν περνάει απ᾽ το μυαλό τους, όσο καλοπερνάνε, όταν όμως αναποδογυρίσουν τα πράγματα, τότε ακούγονται πολλά «τρισαλίμονο» και «συμφορά μου» και «αχ, τί έπαθα». Αν όμως από την αρχή σκέφτονταν πρώτα απ᾽ όλα ότι και οι ίδιοι είναι θνητοί και ότι, αφού παραμείνουν για αυτόν τον λίγο χρόνο στη ζωή, φεύγουν, σαν σε όνειρο, αφήνοντας πάνω στη γη τα πάντα, και πιο συνετά θα ζούσαν και λιγότερο θα στενοχωριούνταν πεθαίνοντας. Τώρα όμως, επειδή φαντάζονται ότι θα μπορούν πάντοτε να ρυθμίζουν τη ζωή τους, όταν εμφανίζεται ο υπηρέτης και τους καλεί και τους παίρνει μαζί του, δένοντάς τους με τον πυρετό ή τον μαρασμό, αγανακτούνε για τη μετακόμιση, μια και ποτέ δεν περίμεναν ότι κάποιος θα τους απομάκρυνε από τις υποθέσεις τους. Γιατί αλλιώς τί δεν θα έκανε εκείνος που χτίζει βιαστικά το σπίτι του και πιέζει τους εργάτες να κάνουνε γρήγορα, αν ήξερε ότι το σπίτι βέβαια θα τελειώσει, ο ίδιος όμως, αμέσως μόλις φτιάξει τη στέγη, θα φύγει, αφήνοντας τον κληρονόμο του να το χαρεί, ενώ ο ίδιος δεν θα προλάβει ούτε καν να δειπνήσει ο δύστυχος μέσα στο σπίτι; Εκείνος πάλι που χαίρεται, επειδή η γυναίκα του τού γέννησε αγόρι, και γι᾽ αυτό κάνει το τραπέζι στους φίλους του και δίνει στο παιδί το όνομα του πατέρα του, αν ήξερε ότι το παιδί του θα πεθάνει, όταν γίνει επτά χρονών, νομίζεις ότι θα χαιρόταν άραγε τώρα που το παιδί γεννήθηκε; Η αιτία όμως είναι ότι βλέπει εκείνον που είναι ευτυχισμένος με το παιδί του, τον πατέρα του αθλητή που νίκησε στους Ολυμπιακούς αγώνες, αλλά τον γείτονα που κάνει την κηδεία του παιδιού του δεν τον βλέπει, ούτε ξέρει από τί λογής κλωστή κρεμόταν η ζωή του. Βλέπεις και πόσοι είναι αυτοί που μαλώνουνε για τα σύνορα της γης τους, και αυτοί που μαζεύουνε χρήματα, κι έπειτα, πριν να τα χαρούνε, τους καλούν οι αγγελιοφόροι και οι υπηρέτες για τους οποίους έκανα λόγο.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
[18] Τα βλέπω όλα αυτά και αναρωτιέμαι ποιό είναι τελικά το ευχάριστο γι᾽ αυτούς στη ζωή, ή ποιό είναι εκείνο για το οποίο στενοχωριούνται, όταν το στερούνται. Αν τουλάχιστον δει κανείς τους βασιλιάδες τους, που θεωρούνται ότι είναι οι πιο ευτυχισμένοι, εκτός από την αβεβαιότητα, όπως λες, και την αστάθεια της τύχης, θα διαπιστώσει ότι είναι περισσότερα από τα ευχάριστα τα δυσάρεστα που αντιμετωπίζουν, οι φόβοι και οι αναστατώσεις και τα μίση και οι συνωμοσίες και οι θυμοί και οι κολακείες· γιατί με αυτά συναναστρέφονται όλοι. Αφήνω τις καταστάσεις πένθους και τις αρρώστιες και τα πάθη που εξουσιάζουν επάνω τους με τους ίδιους όρους. Αν λοιπόν είναι δυσάρεστη η ζωή αυτών, μπορεί κανείς να αναλογιστεί τί λογής θα είναι η ζωή των απλών ανθρώπων.
[19] Θα ήθελα λοιπόν, Ερμή, να σου πω με τί μου φάνηκε πως μοιάζουν οι άνθρωποι και ολόκληρη η ζωή τους. Έχεις δει ποτέ τις φούσκες που βγαίνουν όταν αναβλύζει μια πηγή και το νερό πέφτει από ψηλά; Εννοώ τις φυσαλίδες, από τις οποίες σχηματίζεται ο αφρός. Μερικές λοιπόν από κείνες είναι μικρές και αμέσως σκάνε κι εξαφανίζονται, άλλες όμως διαρκούνε περισσότερο· και καθώς συνενώνονται μ᾽ αυτές οι άλλες, φουσκώνουν παραπάνω και ο όγκος τους μεγαλώνει εξαιρετικά, έπειτα όμως κι εκείνες κάποτε σκάνουν, μια και δεν είναι δυνατό να γίνει αλλιώς. Αυτή είναι η ζωή του ανθρώπου. Όλοι είναι φουσκωμένοι με αέρα, και γίνονται άλλοι μεγαλύτεροι κι άλλοι μικρότεροι. Κι άλλοι έχουνε το φούσκωμά τους με μικρή διάρκεια και με γρήγορο τέλος, κι άλλοι πάλι εξαφανίζονται πριν καλά καλά σχηματιστούν. Πάντως είναι αναπόφευκτο για όλους κάποτε να σκάσουν.
ΕΡΜΗΣ
Δεν έκανες, Χάροντα, καθόλου χειρότερη παρομοίωση από τον Όμηρο, που παρομοιάζει τη γενιά τους με φύλλα.